22/06/2012

Τα βιβλία μου

 

DSC01059aπερισσότερα…

29/05/2016

Αγάπα την περσόνα σου

…ως σεαυτόν

Ας φανταστούμε κάποιον, για παράδειγμα έναν συνάδελφο στο γραφείο, ο οποίος κάθε φορά που μας πετυχαίνει στον διάδρομο ή στο στενό κουζινάκι με την καφετιέρα, μας στριμώχνει και αρχίζει να κοκορεύεται για τις επιτυχίες του. Κάποιον άλλον που, κάθε δέκα λεπτά, βγάζει τη μούρη του πάνω από το διαχωριστικό πλεξιγκλάς για να εκθειάσει ή να σκυλοβρίσει το ίδιο πάντοτε κόμμα, ποδοσφαιρική ομάδα ή καλλιτέχνη. Κάποιον τρίτο που, είκοσι φορές μέσα στη μέρα, ανεβαίνει πάνω στο γραφείο του και αφού χτυπήσει ένα καμπανάκι για να τραβήξει την προσοχή όλων, διαλαλεί τι έφαγε, πού πήγε και τι ψώνισε.

Προφανώς θα θεωρούσαμε πως έχουμε να κάνουμε με προβληματικούς τύπους που, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας. Σίγουρα δε, όσο καλόκαρδοι και ανεκτικοί και αν είμαστε, θα τους κατατάσσαμε στους κουραστικούς ανθρώπους και θα αποφεύγαμε τη στενή παρέα μαζί τους.

Ας μεταφέρουμε τώρα το σκηνικό από τον πραγματικό στον ψηφιακό κόσμο και δη σε εκείνον των social media. Τίποτα πια δεν μοιάζει παράλογο. Όλοι μας έχουμε πλήθος από τέτοιους «φίλους». Μάλιστα (τι παράξενο!) επιβραβεύουμε με λάικ τις αναρτήσεις τους όπως και εκατοντάδες άλλοι, ενώ υποδεχόμαστε με χαρά τα λάικ τους στις δικές μας αναρτήσεις -οι οποίες συχνότατα διαπνέονται από μια αντίστοιχη εμμονή.

125267-281165

H Bettie Page φωτογραφημένη από τον Weegee (1955)

Αν γκουγκλάρουμε την λέξη «περσόνα», θα πέσουμε αμέσως πάνω στον ορισμό του Καρλ Γιουνγκ: ένα περίπλοκο σύστημα σχέσεων που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ατομική συνείδηση και στην κοινωνία. Ένα είδος μάσκας, σχεδιασμένο για να κάνει στους άλλους μια συγκεκριμένη έντονη εντύπωση και ταυτόχρονα να καμουφλάρει την πραγματική μας φύση. Ο Γιουνγκ δεν βρίσκει εξαρχής κάτι προβληματικό σ’ αυτό –ειδικά όσο βρισκόμαστε στο πρώτο μισό της ζωής μας. Πρόκειται για μια φυσιολογική αμυντική λειτουργία, για ένα αναγκαίο κακό που μας προφυλάσσει από τις κακοτοπιές. Άλλωστε, κατά μία έννοια, η περσόνα είναι κάτι αποκλειστικά δικό μας, κατασκευασμένη –και- από υλικά που πηγάζουν από πολύ βαθιά.

Στον πραγματικό κόσμο έχουμε στην κατοχή μας αρκετές τέτοιες μάσκες για να τις φοράμε ανάλογα με την συγκυρία και την σύμβαση της στιγμής. Άλλη θα φορέσουμε όταν συνομιλούμε με τον εργοδότη μας, άλλη όταν φλερτάρουμε στο μπαρ και άλλη όταν συμβουλεύουμε τα παιδιά μας. Αν μιλήσουμε στον εργοδότη με τον τρόπο που απευθυνόμαστε στον άγνωστο του μπαρ ή στα παιδιά μας θα έχουμε πρόβλημα.

Στον παράξενο κόσμο των social media, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να χρησιμοποιείς όλα σου τα προσωπεία. Ακόμα και αν έχεις καταρτίσει λίστες και έχεις βάλει τους στενούς σου φίλους χωριστά από τους απλούς γνωστούς, τους συνεργάτες σου ή τη μαμά σου -ώστε η κάθε κατηγορία να βλέπει συγκεκριμένες μόνο αναρτήσεις- το σχήμα είναι εξαιρετικά περίπλοκο για να λειτουργήσει. Μεσολαβούν η απόσταση, η απρόσωπη επαφή, το πλήθος των ανθρώπων και των προσωπείων που αλληλεπιδρούν, τα κάθε λογής τρολ που τινάζουν τα πάντα στον αέρα…

Μοιραία, καταλήγουμε σε μία και μόνο περσόνα και πορευόμαστε με αυτήν σε όλη την φεϊσμπουκική μας ζωή. Οι πάντες, άλλωστε, το ίδιο κάνουν. Άλλος μοιάζει να είναι μόνιμα νευριασμένος, άλλος μοιράζει αγάπη ολούθε, άλλος είναι ανεξάντλητος χωρατατζής, άλλος μετριοπαθής φιλόσοφος, άλλος ψυχοπονιάρης φιλάνθρωπος και άλλος εξοργισμένος επαναστάτης.

Κοινώς, αποκρύπτουμε πια όχι μόνο τις μύχιες σκέψεις μας και την πολυπλοκότητα της φύσης μας, μα και όλα τα υπόλοιπα προσωπεία μας. Δημιουργούμε έτσι μια παραπειστική εικόνα του εαυτού μας που, παραδόξως, γίνεται εύκολα πιστευτή από τους άλλους. Το ακόμα πιο παράδοξο είναι πως πειθόμαστε και εμείς οι ίδιοι και, όσο τουλάχιστον βρισκόμαστε online, ταυτιζόμαστε απόλυτα με την συγκεκριμένη περσόνα μας.

Την εποχή που η διαδικτυακή μας παρουσία καταλάμβανε μικρό μόνο μέρος της ημερήσιας επαφής μας με τους άλλους, το πρόβλημα ήταν διαχειρίσιμο. Τώρα, όμως, τα social media κατέχουν συχνά τη μερίδα του λέοντος. Τα πάντα σχεδόν περνούν μέσα από εκεί. Μας απασχολούν ακόμα και τις -λίγες- ώρες που δεν είμαστε online. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο παραμορφωτικός καθρέφτης που μόνοι μας δημιουργήσαμε, αντικατοπτρίζει πια και την offline ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Δυστυχώς για την περσόνα μας η ζωή εκεί έξω εξακολουθεί να διέπεται από τους δικούς της νόμους. Και ενώ στο φέισμπουκ εισπράττουμε ύμνους για την ομορφιά, το πνεύμα και την καλοσύνη μας, στον πραγματικό κόσμο δεν σταυρώνουμε γκόμενο/α. «Μα γιατί δεν πουλάει το βιβλίο μου;» αναρωτιόταν τις προάλλες μια φίλη συγγραφέας. «Αφού στο φέισμπουκ γίνεται χαμός μόλις αναρτώ κάτι για αυτό». Αλλά και αντίστροφα: «Τι παράξενο… Ενώ στο φέισμπουκ δεν μου δίνει κανείς σημασία, τούτοι εδώ οι ηλίθιοι δείχνουν να με συμπαθούν». Όλη αυτή η δυσαρμονία, προστιθέμενη στα υπόλοιπα ζοφερά που συμβαίνουν γύρω μας, μάς καταθλίβει, μάς αποσυντονίζει, μάς κάνει να αισθανόμαστε αποτυχημένοι και μικροί.

Καθώς έψαχνα στο Google τον ορισμό της λέξης «περσόνα», έπεσα πάνω σε διάφορες συμβουλές του Γιουνγκ, τις οποίες κάποιος είχε συγκεντρώσει για εμάς τους βιαστικούς. Για παράδειγμα: «Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, οφείλει να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει τις πλουσιότερες σοδειές γνώσης».

Και μία ακόμη: Να στοχεύουμε στην εξατομίκευση. Να πασχίσουμε ώστε να γίνουμε πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί από την περσόνα μας. Έτσι μας συμβούλευε ο Γιουνγκ πριν από πολλές δεκαετίες, όταν ακόμα δεν υπήρχε το Facebook.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 6/4/2016)

13/05/2016

Θαυμαστός Μεσαίωνας

Το Δεκαήμερο του Βοκάκιου και οι κινηματογραφικές μεταφορές του

 

«Όμως δεν θα ήθελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς».

 (Βοκάκιος, Το Δεκαήμερο)
Στα μέσα του 14ου αιώνα η Ευρώπη βίωσε μια δοκιμασία από εκείνες που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική μνήμη. Ήταν η επιδημία της βουβωνικής πανώλης, ο μαύρος θάνατος που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την ήπειρο, ερημώνοντας πόλεις και χωριά και προκαλώντας μια σειρά από κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις. Πολλές από αυτές αξιολογήθηκαν αργότερα ως θετικές: τα δυσεύρετα εργατικά χέρια απέκτησαν μεγαλύτερη αξία, το φαινόμενο της δουλοπαροικίας μαράζωσε, το βιοτικό επίπεδο για τους επιζώντες βελτιώθηκε, οι επιστήμες της ιατρικής και της φαρμακευτικής εξελίχθηκαν… Ακόμη, ο φόβος του θανάτου ξύπνησε σε μεγάλο μέρος του υγιούς πληθυσμού την αγάπη για την ζωή. Οι γεννήσεις πολλαπλασιάστηκαν, τα αυστηρά ήθη χαλάρωσαν και, όταν πέρασε το πρώτο κύμα της επιδημίας, παρατηρήθηκε μια ροπή προς τις τέχνες και γενικά τις γήινες απολαύσεις.

Boccaccio1516Berlino

Μέσα σε αυτήν την ταραγμένη –γεμάτη με θρήνο αλλά και αναδημιουργία- περίοδο, ένας φλωρεντινός ονόματι Τζοβάνι Μποκάτσο, έφερνε στο φως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά έργα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Το βιβλίο που ολοκληρώθηκε το 1353 είχε τον τίτλο “Decameron” και ήταν μια μεγάλη συλλογή μικρών ιστοριών, οι περισσότερες από τις οποίες προϋπήρχαν στην προφορική παράδοση. Ο Βοκάκιος τις συγκέντρωσε, τις ξεσκαρτάρισε και τις επαναδιατύπωσε, όχι στην γερασμένη και δυσκίνητη λατινική γλώσσα , αλλά στην  ολοζώντανη και γεμάτη χυμούς και χάρη φλωρεντινή διάλεκτο της εποχής.

Σαν συνδετική ύλη ανάμεσα στα διηγήματα, επινόησε μια κεντρική ιστορία: Δέκα πρόσωπα, επτά όμορφες νέες και τρεις χαριτωμένοι νέοι, αφήνουν την χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία και καταφεύγουν σε μια έπαυλη στους μαγευτικούς λόφους του Φιέζολε. Ήδη έχει δημιουργηθεί μια λογοτεχνικά ερεθιστική αντίστιξη. Από την μία μεριά το μεγάλο θανατικό, που ο Βοκάκιος περιγράφει συγκλονιστικά στην αρχή και από την άλλη η ζωντάνια και η ευθυμία της νιότης. Πώς όμως θα περάσουν τον χρόνο τους στην απομόνωση οι δέκα νέοι; Θα αφηγούνται ιστορίες. Κάθε μέρα το κάθε πρόσωπο θα διηγείται από μία. Στις δέκα λοιπόν μέρες που θα μείνουν εκεί, θα ειπωθούν εκατό σύντομες ή λιγότερο σύντομες αφηγήσεις με επίκεντρο τον έρωτα. Άλλες είναι κωμικές και άλλες συγκινητικές. Άλλες διακρίνονται από τόλμη και ελευθεριάζουσα διάθεση και άλλες περιγράφουν ευφάνταστες φάρσες και κατεργαριές. Όλες όμως ξεχειλίζουν από ρυθμό, γοητεία και αυθεντικότητα, προσφέροντάς μας μια πάλλουσα, πολύμορφη και αρκετά διαφορετική από εκείνη που οι περισσότεροι έχουμε στο μυαλό μας εικόνα για τη ζωή στην προαναγεννησιακή Ιταλία.

Ο Παζολίνι, οι Ταβιάνι και οι άλλοι

1bis_-Pier-Paolo-Pasolini-Il-giudizio-universale-Frame-da-Decameron-1971

Ένα τέτοιας σημασίας και αφηγηματικού εύρους έργο ήταν βέβαια αδύνατο να αγνοηθεί από την έβδομη τέχνη. Η κινηματογραφική ιστορία του Δεκαήμερου απλώνεται σε περισσότερα από 100 χρόνια. Η αρχή έγινε με το «πρωτόγονο» -και δυσεύρετο σήμερα- Il Decamerone” (1912) του Τζενάρο Ριγκέλι που περιέχει τρείς ολιγόλεπτες ιστορίες, ενώ ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας είναι το πρόσφατο «Θαυμάσιος Βοκάκιος» (“Maraviglioso Boccaccio”, 2015) των αδελφών Ταβιάνι –η έξοδος του οποίου στις ελληνικές αίθουσες την τελευταία ακριβώς μέρα του 2015, αποτέλεσε την αφορμή για τούτο το μικρό αφιέρωμα. Ενδιαμέσως μπορούμε να βρούμε δεκάδες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές που διασκευάζουν (ή εμπνέονται από) τις ιστορίες του Δεκαήμερου. Ενδεικτικά αναφέρουμε το βουβό «Decameron Nights» (1924) του Χέρμπερτ Γουίλκοξ, το «O αρχάγγελος Γαβριήλ και η κυρία Χήνα»  (“Archandel Gabriel a paní Husa”, 1964) του Τσέχου μάστορα του stop motion animation και των μαριονέτων Γίρι Τρνκα, αλλά και το σπονδυλωτό «Βοκάκιος 70» (“Boccaccio 70”, 1962) των Φελίνι, Βισκόντι, Ντε Σίκα και Μονιτσέλι που, αντιγράφοντας την ιδέα του Δεκαήμερου, εξερευνά τα ερωτικά ήθη της δεκαετίας του 1960.

Η κινηματογραφική διασκευή, όμως, που αναδεικνύει καλύτερα το πνεύμα το αρχικού κειμένου, δεν είναι άλλη από το «Δεκαήμερο» (“Il Decameron”) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Γυρισμένη το 1971, η ταινία αυτή αποτελεί το πρώτο μέρος της λεγόμενης «τριλογίας της ζωής» -τα άλλα δύο είναι τα «Οι μύθοι του Καντέρμπουρυ» (“I racconti di Canterbury”, 1972) και «Χίλιες και μία νύχτες» (“Il fiore delle mile e una note”, 1974). Ήταν η εποχή που ο μεγάλος Ιταλός δημιουργός επιχειρούσε μια στροφή στην γραφή του, αναζητώντας δρόμους έκφρασης εγγύτερους σε έναν λαϊκό, ευρείας κατανάλωσης κινηματογράφο. Το έκανε βέβαια με τους δικούς του όρους. Δίχως να ωραιοποιεί το παρελθόν, δίχως να καταφεύγει σε αφηγηματικές και μορφικές ευκολίες και, κυρίως, δίχως να υποτιμά την νοημοσύνη του θεατή. Οι διάλογοι προφέρονται στο ναπολιτάνικο λαϊκό ιδίωμα, ενώ οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι είτε ερασιτέχνες, είτε …πρώην ερασιτέχνες που πήραν το «βάπτισμα του πυρός» σε κάποιο παλιότερο φιλμ του Παζολίνι (πχ οι Νινέτο Νταβόλι και ο Φράνκο Τσίτι). Εμφανίζεται όμως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης στο ρόλο του ζωγράφου Τζιότο. Οι σεκάνς (οχτώ στον αριθμό) είναι κατά βάση κωμικές και εικονογραφούν ένα πλήθος από τολμηρές, σεξουαλικές, ακόμα και σκατολογικές περιπέτειες. Συνδέονται δε νοηματικά μέσα από τον έρωτα και την προσπάθεια για την απόκτηση του αντικειμένου του πόθου. Σε αντίθεση με τα γυαλιστερά κοστούμια και τα λουστραρισμένα σκηνικά που χρησιμοποιούνταν συνήθως στα φιλμ εποχής, ο Παζολίνι και ο -νεαρός τότε, αλλά πασίγνωστος και πολυβραβευμένος σήμερα- σκηνογράφος Ντάντε Φερέτι, προτίμησαν μια βρώμικη, φθαρμένη, μα γεμάτη αυθεντικότητα αισθητική προσέγγιση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ανατρεπτικό, αντικληρικό και αντικομφορμιστικό πνεύμα του σεναρίου, καθιστά την ταινία έναν ύμνο στα επίγεια πάθη, στην «σωματικότητα» και κατ’ επέκταση στην ίδια τη ζωή.

Maraviglioso-Boccaccio-decameron

Σε τελείως διαφορετική λογική κινήθηκαν οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι στην δική τους εκδοχή του Δεκαήμερου. Οι γηραιοί, αλλά πάντοτε μάχιμοι κινηματογραφιστές επέλεξαν να ξεκινήσουν όπως και ο Βοκάκιος. Αφιερώνοντας δηλαδή κάποιες σκηνές στα όσα φοβερά συνέβαιναν στην χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία: σωροί από πτώματα στους δρόμους, γονείς που επιλέγουν να ταφούν ζωντανοί μαζί με τα νεκρά παιδιά τους, άνθρωποι που τριγυρνούν κρατώντας λουλούδια μπροστά στη μύτη τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγουν την αρρώστια…  Έπειτα γνωρίζουμε τα πρόσωπα που καταφεύγουν στην εξοχή (όλες και όλοι νέοι ταλαντούχοι Ιταλοί ηθοποιοί) και αρχίζουν οι αφηγήσεις των ιστοριών. Σε αντίθεση όμως με το βιβλίο όπου οι εύθυμες αφηγήσεις είναι σαφώς περισσότερες από τις δραματικές, στο “Maraviglioso Boccaccio” γίνεται το αντίστροφο: οι δραματικές όχι μόνο υπερτερούν, αλλά είναι και οι πιο δυνατές κινηματογραφικά. Και οι μεν και οι δε, πάντως, διακρίνονται από έντονο στυλιζάρισμα, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια προσπάθεια αισθητικής ωραιοποίησης του Μεσαίωνα. Με τον τρόπο αυτό οι ιστορίες του Βοκάκιου χάνουν τον λαϊκό και «γήινο» χαρακτήρα τους και τοποθετούνται σε ένα πιο «πνευματικό» περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε πολλές εντυπωσιακές οπτικοακουστικές συνθέσεις –είναι άλλωστε γνωστή η ικανότητα των Ταβιάνι να χτίζουν δυνατές σκηνές με την συνδρομή του ήχου και της μουσικής- αλλά σαφώς λιγότερες στιγμές αυθεντικής κινηματογραφικής συγκίνησης.

Το βιβλίο στα ελληνικά

Ακόμη κι έτσι, παραμένει εντυπωσιακό το γεγονός πως εξήμισι αιώνες από την ημέρα που ο Βοκάκιος ολοκλήρωσε το χειρόγραφό του, το Δεκαήμερο εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον, μα και να μας προκαλεί να ασχοληθούμε μαζί του έστω και μέσα από το φίλτρο που, μοιραία, επιβάλλει η εποχή μας. Και βέβαια, το καλύτερο μέσο για να το κάνουμε είναι το ίδιο το λογοτεχνικό έργο. Στα ελληνικά, ολόκληρο το κείμενο θα το βρούμε μόνο στην δίτομη έκδοση που κυκλοφορεί από τα «Γράμματα» και κοσμείται από τις ξυλογραφίες της ιταλικής έκδοσης του 1492. Κυρίως όμως κοσμείται από την μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, η οποία μας δίνει μια ευκρινέστατη εικόνα τόσο για τον ιταλικό ύστερο Μεσαίωνα όσο και για το μεστό, παιγνιώδες ύφος του συγγραφέα του Δεκαήμερου.

(Πρώτη δημοσίευση, Ο Αναγνώστης, Ιανουάριος 2016)

30/04/2016

Αναζητώντας τον τρίτο άνθρωπο

O κινηματογραφικός Graham Greene 

Ο όρος «κινηματογραφική αφήγηση» που επιστρατεύεται συχνά για να περιγράψει ένα λογοτεχνικό κείμενο, σηκώνει αρκετή συζήτηση – τις περισσότερες φορές υιοθετείται μάλλον καταχρηστικά. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια βιβλία όπου όλα τα επιμέρους στοιχεία (το ύφος, οι διάλογοι, η οικονομία της αφήγησης, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων κλπ) μοιάζουν να συνωμοτούν για να μας υποχρεώσουν να καταφύγουμε σ’ αυτόν. Μια τέτοια περίπτωση είναι τα μυθιστορήματα του Γκράχαμ Γκρην.

alec-guinness-our-man-in-havana

Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα έχουν μεταφερθεί στην κινηματογραφική ή την τηλεοπτική οθόνη, συχνότατα σε σενάρια που έγραψε ο ίδιος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι πως, σε ορισμένες περιπτώσεις, το βιβλίο γράφτηκε παράλληλα σχεδόν με το σενάριο μιας ταινίας ή και έπειτα από την πρεμιέρα του φιλμ, για να εκμεταλλευτεί την διαφαινόμενη επιτυχία του.

Κάποιοι συνδέουν το «κινηματογραφικό» ύφος των γραπτών του με το γεγονός ότι, λίγο πολύ, βίωσε όσα περιγράφει. Ήταν …συνεπής τυχοδιώκτης και έζησε περιπετειώδη ζωή. Στον πόλεμο υπηρέτησε στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, αργότερα έκανε παρέα με κατασκόπους και παρανόμους και γενικά βούτηξε για τα καλά στα απόνερα των μεγάλων γεγονότων του 20ου αιώνα. Ανάλογο παρελθόν έχουν και οι ήρωες του: Τυχοδιώκτες, μικροαπατεώνες, αυτοεξόριστοι σε εξωτικές και επικίνδυνες χώρες, άνθρωποι που ελίσσονται στη σκιά της επίσημης ιστορίας και που, ακόμα και όταν καταφέρνουν να την σκαπουλάρουν, βλέπουν τις επιθυμίες τους να συνθλίβονται.

Ο Γκρην υπήρξε και διαβόητος γυναικάς. Όπως έχει αποδειχτεί, το ρομαντικό δράμα «Το τέλος μια μιας σχέσης» αντανακλά έναν δικό του παράνομο δεσμό. Το μυθιστόρημα αυτό έχει μεταφερθεί δύο φορές στην οθόνη –και τις δύο με επιτυχία: από τον Έντουαρτ Ντμίτρικ το 1955 και από τον Νιλ Τζόρνταν το 1999.

Στη μακρά λίστα με τους σπουδαίους σκηνοθέτες που έχουν καταπιαστεί με βιβλία του βρίσκουμε ακόμη τους Φριτς Λανγκ («Το υπουργείο του φόβου»), Τζον Φορντ («The Fugitive» – βασισμένο στο βιβλίο «Η δύναμις και η δόξα»), Τζόζεφ Μάνκιεβιτς («Ο ήσυχος Αμερικανός»), Τζορτζ Κιούκορ («Ταξίδια με τη θεία μου»), Ότο Πρέμιγκερ («Ανθρώπινος Παράγων») κ.α. Κανείς όμως δεν απέδωσε καλύτερα το λεπτό χιούμορ και το ειρωνικό ύφος της γραφής του, από τον Κάρολ Ριντ. Ο Βρετανός σκηνοθέτης υπέγραψε τρεις ταινίες βασισμένες σε βιβλία (και σενάρια) του συμπατριώτη του.

Στο «Fallen Idol»  (1948) η ιστορία ξετυλίγεται μέσα απ’ τα μάτια ενός αγοριού που θαυμάζει απεριόριστα τον μπάτλερ  της οικογένειας. Ο τελευταίος είναι ένας απλός άνθρωπος, εγκλωβισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Για να απασχολεί όμως τον μικρό, έχει επινοήσει μια ηρωική περσόνα και αφηγείται διάφορες  ιστορίες από την δήθεν περιπετειώδη ζωή του. Αυτό θα αποδειχτεί καταστροφικό. Όταν η σύζυγός του έπειτα από μια κρίση ζήλιας χάνει τη ζωή της, το αγόρι πιστεύει πως την έχει δολοφονήσει εκείνος. Για να τον προστατέψει λοιπόν από την σύλληψη, προσπαθεί να ξεγελάσει την αστυνομία, κάτι βέβαια που κινεί ακόμα περισσότερες υποψίες και ενοχοποιεί για τα καλά τον αθώο μπάτλερ.

Να σημειωθεί πως ο χαρακτήρας του μυθομανή τύπου που καταφέρνει να πείθει τους πάντες με τις ιστορίες του, επανέρχεται συχνά στο έργο του Γκρην. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκουμε στο μυθιστόρημα «Oι Θεατρίνοι» (πρωτότυπος τίτλος: The Comedians) το οποίο διαδραματίζεται στην Αϊτή της σκοτεινής διακυβέρνησης του Πάπα Ντοκ. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1967 από τον Πίτερ Γκλένβιλ με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ σε βασικούς ρόλους. Στους κεντρικούς χαρακτήρες συγκαταλέγεται και ο λοχαγός Τζόουνς (στην οθόνη τον υποδύεται ο Άλεκ Γκίνες), ένας δήθεν ήρωας του πολέμου, που όμως δεν έχει πιάσει όπλο στη ζωή του -και θα πληρώσει αυτή του την απειρία με την ίδια του τη ζωή.

Ο Άλεκ Γκίνες ενσαρκώνει έναν ανάλογο ρόλο και στην ταινία του Κάρολ Ριντ «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (1959). Εδώ υποδύεται έναν ταπεινό έμπορο ηλεκτρικών σκουπών που ζει στην προεπαναστατική Κούβα, έχοντας σαν βασική του έγνοια να καλύπτει τις ανάγκες της μονάκριβης και ελαφρώς κακομαθημένης κόρης του. Αναζητώντας λοιπόν λύση στο οικονομικό του πρόβλημα, αποδέχεται μια παράξενη επαγγελματική πρόταση και γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη πράκτορας της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Για να δικαιολογήσει δε τα ποσά που ζητάει από την υπηρεσία στέλνει διάφορες εντυπωσιακές, αλλά παντελώς ψεύτικες πληροφορίες, καθώς και σκίτσα από μυστικά υπερόπλα που βρίσκονται κρυμμένα στα βουνά της Κούβας. Με τη διαφορά πως, στην πραγματικότητα, τα σκίτσα απεικονίζουν εκείνο που ο ήρωας μας γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα: ηλεκτρικές σκούπες τελευταίας τεχνολογίας.

Ο Κάρολ Ριντ εκμεταλλεύεται τις αρετές της γραφής του Γκρην και στήνει ένα γοητευτικά παρακμιακό σκηνικό γεμάτο με εκκεντρικούς χαρακτήρες που πασχίζουν να επιβιώσουν απέναντι στην κρατική διαφθορά, την βρετανική στενομυαλιά, αλλά και τις δικές τους αδυναμίες. Πρόκειται για ένα άκρως απολαυστικό φιλμ, που όμως δεν είναι και το πιο διάσημο του διδύμου Ριντ και Γκρην, αφού αυτός ο τίτλος ανήκει –απολύτως δικαιολογημένα- στον «Τρίτο Άνθρωπο» (1949).

Εδώ βρίσκουμε όλα τα δομικά στοιχεία ενός τυπικού φιλμ νουάρ: κυνικούς χαρακτήρες, παρακμιακή ατμόσφαιρα, απροσδόκητες γωνίες λήψης, έντονα πάθη, ακόμα πιο έντονες φωτοσκιάσεις, κλπ. Εκείνο όμως που καθιστά την ταινία αριστούργημα είναι το, πανταχού παρόν στο έργο του Γκρην, μαύρο χιούμορ.

Βρισκόμαστε στη μεταπολεμική Βιέννη, όπου τα σημάδια των βομβαρδισμών είναι ακόμη ορατά. Το ίδιο και η οικονομική ανέχεια των Βιεννέζων, που κατοικούν στα επιβλητικά, παγωμένα κτήρια και επιτηρούνται από τα μικτά αστυνομικά σώματα των συμμάχων. Σ΄ αυτήν την ταλαιπωρημένη πόλη φτάνει ο Χόλι Μάρτινς, ένας απένταρος συγγραφέας φτηνών μυθιστορημάτων, για να συναντήσει τον παιδικό του φίλο Χάρι Λάιμ, ο οποίος τού έχει υποσχεθεί μια καλή δουλειά. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, ο φίλος του έχει μόλις χάσει τη ζωή του σε ένα παράξενο τροχαίο ατύχημα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένας αστυνομικός υποστηρίζει πως ο Χάρι Λάιμ ήταν στην πραγματικότητα ένας αδίστακτος εγκληματίας. Στην υπόθεση θα εμπλακεί η κοπέλα του «εκλιπόντος» και μαζί της ο Μάρτινς (που σαν τυπικός νουάρ χαρακτήρας είναι επιρρεπής στο αλκοόλ και τον έρωτα) θα προσπαθήσει να ανακαλύψει την αλήθεια.

Μεγάλη συμβολή στην επιτυχία της ταινίας είχε η εξαιρετική διανομή των ρόλων, με τους Τζόζεφ Κότεν και Αλίντα Βάλι να φτιάχνουν ένα αξέχαστο πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Την παράσταση όμως κλέβει ένας άνθρωπος που, την εποχή εκείνη, αποτελούσε κόκκινο πανί για το αμερικανικό κινηματογραφικό κατεστημένο. Ο λόγος βέβαια για τον Όρσον Γουέλς ο οποίος παρότι εμφανίζεται για είκοσι μόλις λεπτά, αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του.

Μάλιστα, όπως έχει παραδεχτεί ο ίδιος ο Γκράχαμ Γκρην, ο Γουέλς συνεισέφερε και με κάποιες ιδέες στο σενάριο (το οποίο σ’ αυτήν την περίπτωση γράφτηκε παράλληλα με το βιβλίο). Μία από αυτές είναι και η μνημειώδης ατάκα που ξεστομίζει ο Χάρι Λάιμ για να δικαιολογήσει τα εγκλήματά του και να τονίσει την …ηθική υπεροχή του «κακού» έναντι του «καλού»:

«Στην Ιταλία, τριάντα χρόνια διαφθοράς και αίματος γέννησαν τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, την Αναγέννηση… Στην Ελβετία, μέσα σε πεντακόσια χρόνια ειρήνης και δημοκρατίας, το μόνο αξιόλογο επίτευγμα ήταν το ρολόι-κούκος».

Ο Γκράχαμ Γκρην στα ελληνικά

Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Γκράχαμ Γκρην γνωρίζει στην Ελλάδα μια πραγματική εκδοτική άνοιξη. Ενδεικτικά, από το 2013 μέχρι σήμερα οι εκδόσεις Πόλις έχουν βγάλει τέσσερα μυθιστορήματα: «Ο Ήσυχος Αμερικανός» (μτφ. Γιώργος Τσακνιάς»), «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (μτφ. Μαριάννα Βαρκαρόλη), «Οι Θεατρίνοι» (μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ) και «Δύναμις και Δόξα» (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου). Λίγο παλαιότερα κυκλοφόρησαν το «Τέλος μιας σχέσης» και το «Ταξίδια με τη θεία μου» (και τα δύο από το Μεταίχμιο σε μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου) καθώς και ο «Τρίτος Άνθρωπος» (από την Άγρα σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου).

(Πρώτη δημοσίευση, Ο Αναγνώστης, Οκτώβριος 2015)

 

 

28/04/2016

Τα φαντάσματα του Facebook

Ιστορίες από το ψηφιακό μας Καθαρτήριο

Τον Κ δεν τον είχα γνωρίσει στην πραγματική ζωή. Ήταν ένας από τους φίλους του φέισμπουκ με τους οποίους έχω μια τυπική, αξιοπρεπή σχέση. Είχα πατήσει like σε κάποιες αναρτήσεις του, είχε κάνει το ίδιο σε κάποιες δικές μου. Είχαμε ανταλλάξει ευχές στα γενέθλιά μας, τον είχα συγχαρεί για μια επαγγελματική του διάκριση, μου είχε γράψει «καλοτάξιδο» όταν εκδόθηκε ένα βιβλίο μου. Κάποια στιγμή, θυμάμαι, κάτι είχε πάθει και του ευχηθήκαμε όλοι σιδερένιος. Ώσπου μια μέρα, η εφαρμογή μού εμφάνισε την ανάρτηση ενός κοινού μας φίλου στον τοίχο του: «Γιατί ρε φίλε;».

Μπήκα κι εγώ στο προφίλ του για να μάθω τι συνέβη και ανακάλυψα πως ο άνθρωπος είχε πεθάνει. Όπως πεθαίνουν καθημερινά οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, όπως θα πεθάνουμε κάποτε και εμείς. Με τη διαφορά πως βρισκόμασταν στα χωράφια των σόσιαλ μίντια οπότε έπρεπε να ακολουθηθεί ένα συγκεκριμένο τυπικό: «Καλό ταξίδι», έγραφαν στον τοίχο του οι φίλοι. «Θα μας λείψεις», «Θα σε θυμόμαστε πάντα». Κάποιοι είχαν κολλήσει στίκερς με μαύρα κορδελάκια, άλλοι φωτογραφίες με λευκά τριαντάφυλλα. Βροχή τα likes κάτω από κάθε ανάρτηση.

Αν το καλοσκεφτείς, τέτοιες ψηφιακές εκδηλώσεις λύπης δεν διαφέρουν και πολύ από τις συμβατικές. Από την ίδια αφετηρία ξεκινούν και παρόμοιες διαδρομές ακολουθούν μέχρι να φτάσουν στους παραλήπτες. Όμως, όπως και να έχει, το πέρασμα του πένθους από τις ψηφιακές εφαρμογές αφήνει πίσω του κάτι το κωμικοτραγικό -σαν να διαβάζεις σενάριο των αδελφών Κοέν. Αρκεί να κάνεις μια μικρή έρευνα και θα πέσεις στα σίγουρα πάνω σε διαμάντια: Χρήστες που, αγνοώντας τον θάνατο του «φίλου» τους, εξακολουθούν, σε κάθε γενέθλια, να του εύχονται «πολύχρονος» και «να μας ζήσεις». Άλλοι που δέχονται άξαφνα ευχαριστήριο pm από τον μακαρίτη και τους κόβονται τα ήπατα μέχρι να καταλάβουν πως το προφίλ το χειρίζεται πλέον κάποιος στενός συγγενής. Timelines γεμάτα με αστειάκια του συρμού που από τη μια στιγμή στην άλλη μετατρέπονται σε κηδειόχαρτα και βιβλία συλλυπητηρίων.

Ο Μαύσωλος έχτιζε τον μεγαλόπρεπο τάφο του πολλά χρόνια πριν πεθάνει, ώστε η μνήμη του να μείνει στους αιώνες με τον τρόπο ακριβώς που επιθυμούσε. Έτσι κι εμείς, στήνουμε στα σόσιαλ μίντια μια εξιδανικευμένη εκδοχή του εαυτού μας (φωτογραφίες που μας κολακεύουν, ρεκλάμες για τα έργα και τις ημέρες μας, αναρτήσεις που διαλαλούν πόσο εντάξει τύποι είμαστε) ώστε να βγαίνουμε ασπροπρόσωποι στο πάρε δώσε με τους άλλους. Και αν –χτύπα ξύλο- συμβεί το κακό, πάλι καλυμμένοι είμαστε. Το προφίλ μας θα μετατραπεί σε μαυσωλείο, παρατείνοντας την παρουσία μας στον παγκόσμιο ιστό.

Πριν από καιρό, ένας φίλος μου διηγήθηκε μια ιστορία με πρωταγωνίστρια μια δική του διαδικτυακή φίλη –μια Ιταλίδα ονόματι Κιάρα. Η Κιάρα έχασε κάποια στιγμή τη μητέρα της. Έγινε κανονικά η κηδεία και λίγες εβδομάδες μετά δέχτηκε μια κλήση από την Πολεοδομία. Έπρεπε να τακτοποιήσει ένα ζήτημα σχετικό με το σπίτι της μακαρίτισσας, σε ένα χωριό κοντά στο Ρίμινι. Για να τσεκάρουν λοιπόν την ακριβή θέση του ακινήτου, μπήκαν μαζί με τον υπάλληλο της υπηρεσίας στο Google Earth, εντόπισαν το χωριό, βρήκαν το σπίτι και ζούμαραν πάνω του. Για κάποιο λόγο πάτησαν και την εφαρμογή street view και τότε η Κιάρα αντίκρισε στην οθόνη τη μητέρα της να κάθεται στο πεζουλάκι δίπλα στην εξώπορτα.

Δεν ήταν παρά μια φωτογραφία. Μια αντανάκλαση της στιγμής που καταγράφηκε όταν η μητέρα ήταν ακόμη εν ζωή και το αυτοκίνητο με τις κάμερες περνούσε από τον συγκεκριμένο δρόμο. Όμως η Κιάρα βρισκόταν ακόμη στην ιδιαίτερη εκείνη συνθήκη του πένθους, η οποία τυλίγει τα πάντα με μια μεταφυσική αύρα. Ερμήνευσε λοιπόν το τυχαίο γεγονός σαν ένα σημάδι πως η μητέρα της βρισκόταν στο Καθαρτήριο -στον τόπο όπου σύμφωνα με το καθολικό δόγμα παραμένουν οι ψυχές μέχρι να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο.

Από εκείνη τη μέρα, έμπαινε συχνά στην εφαρμογή και έβλεπε τη μαμά της να κάθεται, πάντα γαλήνια, στο πεζουλάκι της. Κάπου έναν χρόνο αργότερα, όταν μπήκε για να ρίξει μια βιαστική ματιά, ανακάλυψε πως το είδωλο είχε εξαφανιστεί. Φαίνεται πως το αυτοκίνητο της εταιρίας είχε περάσει ξανά από το χωριό για να καταγράψει μια ανανεωμένη όψη των δρόμων, στέλνοντας τις προηγούμενες εικόνες σε κάποια μαύρη τρύπα του κυβερνοχώρου. Η μαμά της Κιάρα είχε διαβεί, επιτέλους, τις πύλες του Παραδείσου.

(πρώτη δημοσίευση athensvoice.gr 11/12/2015)

16/05/2015

Το ταξίδι της μύησης

(Το παρακάτω κείμενο αφορά το μυθιστόρημά μου Αλάστρα, Το βιβλίο των δύο κόσμων. Το έγραψε η Αντωνία Γουναροπούλου, η οποία επιμελήθηκε το βιβλίο με πολλή αγάπη -και την ευχαριστώ θερμά για αυτό).

«Είναι ωραίο να πέφτουν στα χέρια σου τέτοια βιβλία. Όχι μόνο για τη ζωντάνια της γραφής, που από τις πρώτες κιόλας σελίδες σε παρασύρει στον φανταστικό τους κόσμο, αλλά και για την αριστοτεχνικά δεμένη πλοκή τους, που σε κρατάει πάντα σε εγρήγορση και σε κάνει να κρέμεσαι από τα χείλη των ηρώων, ανυπομονώντας για τις αντιδράσεις, τις αποφάσεις, τις κρίσεις τους. Το μυθιστορηματικό σύμπαν του Βιβλίου των δύο κόσμων είναι ένα εκπληκτικό σύμπαν φαντασίας, όμως ταυτόχρονα νιώθει κανείς πως είναι κι ένα ταξίδι μύησης, η μαγική πορεία δύο παιδιών προς την αυτογνωσία.

Ο Χρήστος και η Βικτώρια είναι δυο δίδυμα αδέρφια που περνούν τις βαρετές καλοκαιρινές τους διακοπές στο μεγάλο τους σπίτι στον Πράσινο Λόφο, μπροστά από την «τεράστια μα λεπτή σαν ριζόχαρτο οθόνη της τηλεόρασης». Κάποια μέρα θα ξαφνιαστούν μαθαίνοντας ότι έχουν μια προγιαγιά, την Κυβέλη Παρορίτη, η οποία ζητά να φιλοξενηθούν στο σπίτι της για μία εβδομάδα. Ως αντάλλαγμα, εκείνη θα τους κληροδοτήσει το σπίτι της. Οι γονείς των δυο παιδιών δε χρειάζονται καλύτερο επιχείρημα: «φορτώνουν» τα παιδιά στο «ογκώδες τζιπ» κι ακολουθούν κατά γράμμα τις οδηγίες της προγιαγιάς.

Το ταξίδι της μύησης ξεκινά από τη Μουντή Κοιλάδα, όπου τα παιδιά περιμένουν να έρθει να τα πάρει η προγιαγιά τους. Μυστήρια πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν. Πρώτα η  Βικτώρια και μετά ο Χρήστος χάνουν τα γυαλιά τους, ένας λύκος αρπάζει απ’ το μανίκι τη Βικτώρια και τη σέρνει σ’ ένα μονοπάτι με τον Χρήστο να ακολουθεί φοβισμένος, ενώ καθώς διασχίζουν το γεφυράκι που αφήνει πίσω τη Μουντή Κοιλάδα, το κινητό του Χρήστου χάνει το σήμα του. Η επαφή με το μέχρι πρότινος περιβάλλον τους έχει κοπεί, το πρώτο στάδιο της μύησης έχει ήδη αρχίσει.

Και κάπως έτσι ξεκινά το διπλό ταξίδι των παιδιών σε έναν άλλο κόσμο και, ουσιαστικά,  στον εαυτό τους. Ο Χρήστος και η Βικτώρια θα βρεθούν σε ένα αλλόκοτο σπίτι μαζί με μια αλλόκοτη γιαγιά, που τα φροντίζει μεν αλλά ο τρόπος της φροντίδας της είναι εντελώς ξένος για τα δυο αδέρφια. Κι ενώ θα προσπαθήσουν να φύγουν, φτάνει μια στιγμή που όχι μόνο δε σκέφτονται πια την αναχώρησή τους, αλλά από δική τους επιλογή μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στον κόσμο της Κυβέλης Παρορίτη: στον κόσμο της Αλάστρας.

Ένα βιβλίο που η προγιαγιά έχει ρητά απαγορέψει στα δυο παιδιά να διαβάσουν και που γράφεται μυστηριωδώς μόνο του κάθε βράδυ, θα αποκαλύψει στους «παραβάτες» Χρήστο και Βικτώρια έναν κόσμο μαγικών πλασμάτων της θάλασσας, του δάσους, του Κάτω Κόσμου αλλά και ανθρώπων. Στις σελίδες του ο Χρήστος και η Βικτώρια θα δουν την ισορροπία εκείνου του κόσμου διαταραγμένη, θα δουν φτώχεια, εγκλήματα, σφετερισμούς εξουσίας, δυστυχία. Και θα ταυτιστούν με δυο ήρωες, στην ηλικία τους, που αναγκάζονται να μπουν στους μεγαλύτερους κινδύνους για να σώσουν τη ζωή τη δική τους και των γονιών τους.

Μέχρι που, όταν ο Χρήστος και η Βικτώρια ακούν βήματα κοντά στο πηγάδι της προγιαγιάς καθώς για άλλη μια μέρα διαβάζουν κρυφά το βιβλίο, η ταύτιση θα πάψει να είναι απλώς αναγνωστική.

Ο Γ. Παναγιωτάκης είναι οπωσδήποτε τεχνίτης της αλληγορίας, διαθέτει εκείνο το βλέμμα που ζωντανεύει τον κόσμο ακριβώς επειδή διακρίνει την πολυπλοκότητά του και, τέλος, είναι προικισμένος με ένα μοναδικό ταλέντο στο ζύγι: σε καμία σελίδα του βιβλίου η θλίψη δεν γίνεται απελπισία για τον αναγνώστη, πουθενά ο ενθουσιασμός δεν παρασύρει σε σημείο λήθης, ενώ ταυτόχρονα η αγωνία για την τροπή που παίρνει η ιστορία διατηρείται και κορυφώνεται κατά τη διάρκεια όλου του μυθιστορήματος. Ο Γ. Παναγιωτάκης είναι από τους συγγραφείς που όταν διαβάσεις για πρώτη φορά ένα βιβλίο τους αναζητάς και τα προηγούμενα έργα τους – ενώ περιμένεις και τους μυθιστορηματικούς κόσμους που θα στήσουν στο μέλλον. »           Αντωνία Γουναροπούλου

28/04/2015

Κλασική λογοτεχνία για νέους στον κινηματογράφο

(Το κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος που έκανε το λογοτεχνικό περιοδικό «ο αναγνώστης» στα βιβλία «O άρχοντας των μυγών», «Ο Μεγάλος Μωλν», «Eroïca» και «Ο φύλακας στη σίκαλη». Συμμετείχαν και οι Μαρίζα Ντεκάστρο, Κατερίνα Καρατάσου, Ελένη Σβορώνου και Αριστοτέλης Σαϊνης)

fullwidth.6f77ae28

Εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, η λεγόμενη young adult λογοτεχνία γνωρίζει μια πρωτοφανή κινηματογραφική άνοιξη. Κάθε επιτυχημένο μυθιστόρημα του είδους, μεταφέρεται αμέσως στην οθόνη, κόβοντας –συνήθως- πολλά εισιτήρια και δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερο ρεύμα για το βιβλίο.

Παλαιότερα τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Οι κινηματογραφικοί παραγωγοί απέφευγαν να επενδύσουν σε σενάρια προερχόμενα από την εφηβική και νεανική λογοτεχνία, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο είχε μεγάλο ρίσκο. Και είναι αλήθεια ότι, πέρα από τις συνηθισμένες δυσκολίες που εμπεριέχει η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στο σινεμά, εδώ υπάρχει και η ιδιαιτερότητα του κοινού το οποίο, θεωρητικά, αποτελεί και το target group της ταινίας. Πώς να το προσεγγίσεις δίχως να αποτρέψεις τις άλλες ηλικιακές ομάδες από το να συρρεύσουν στις αίθουσες;  Ακόμη δυσκολότερη είναι η κινηματογραφική μεταφορά ενός παλαιότερου βιβλίου που, όσο σημαντικό και διαχρονικό και αν είναι, έχει γραφτεί με γνώμονα τους νέους και την κουλτούρα μιας άλλης εποχής.

Το πρόβλημα της χρονικής απόστασης δεν ήταν τόσο έντονο στην μεταφορά του «Άρχοντα των Μυγών» που επιχείρησε ο Peter Brook το 1963. Το βιβλίο του William Golding είχε εκδοθεί εννέα χρόνια πριν, σε μια εποχή όπου ήδη αναδύονταν οι ανησυχίες και «ψήνονταν» οι ανατροπές που χαρακτήρισαν τα 60’s. Παράλληλα, ήταν η εποχή της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου και της αγωνίας για τις επιπτώσεις μιας πυρηνικής σύρραξης. Ο Golding, λοιπόν, στήνει την ιστορία του σε ένα απομονωμένο νησί, στο περιθώριο ενός αδιευκρίνιστου πολέμου. Εκεί βρίσκει καταφύγιο μια ομάδα αγοριών έπειτα από ένα ατύχημα. Σύντομα, τα παιδιά θα αρχίσουν να ξεχνούν ή να αμφισβητούν τις νόρμες του πολιτισμού και να αφήνονται σε μια άγρια, πρωτόγονη σχεδόν κατάσταση. Την ίδια στιγμή όμως, συνεχίζουν να αναλαμβάνουν ρόλους και να αναπαράγουν μοντέλα προερχόμενα από την παλιά τους ζωή.

Ο Brook, ένας κατά βάση θεατρικός σκηνοθέτης, επιχείρησε μια κάπως πειραματική προσέγγιση. Για παράδειγμα, θέλοντας να βάλει τους ανήλικους –και φυσικά ερασιτέχνες- ηθοποιούς του στο κλίμα του βιβλίου, επέλεξε να γυρίσει την ταινία σε ένα νησί της Καραϊβικής, μακριά από τους περισπασμούς ενός οικείου τόπου. Επιπλέον, ελπίζοντας ότι η απειρία τους θα καλυπτόταν πίσω από την υποκριτική αμεσότητα, φρόντισε ώστε να μην γνωρίζουν το κείμενο αλλά να το μαθαίνουν επί τόπου πριν από την κάθε λήψη. Η αυτοσχεδιαστική λογική είναι φανερή και στο αισθητικό μέρος. Η χρήση της κάμερας, η -ασπρόμαυρη- φωτογραφία και το μοντάζ έχουν σαφώς δευτερεύοντα ρόλο, με το κύριο βάρος να πέφτει στην πρόζα και στην μέσω αυτής ανάπτυξη των χαρακτήρων. Οι επιλογές αυτές οδήγησαν τελικά σε μια κάπως «κουμπωμένη» ταινία, που μένει δέσμια στη λογοτεχνική δομή του σεναρίου.  Έτσι, παρά τις μεμονωμένες αρετές της, η μεταφορά του Peter Brook αδυνατεί να βρει τον δικό της βηματισμό και να φτιάξει τον δικό της πειστικό κόσμο.

Η δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του  μυθιστορήματος, έγινε το 1990 από τον Βρετανό Harry Hook -έναν τηλεοπτικό σκηνοθέτη με μικρή εμπειρία στη μεγάλη οθόνη. Εδώ έχουμε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση, με το σενάριο να παίρνει σημαντικές ελευθερίες και αποστάσεις από το πρωτότυπο. Ενδεικτικά, η ιστορία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, κάτι που υποδηλώνεται από ατάκες σχετικές με την ποπ κουλτούρα της εποχής. Ακόμη, δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πόλεμο, ενώ οι ήρωες δεν είναι απλοί μαθητές ή μέλη μιας σχολικής χορωδίας όπως στο βιβλίο, αλλά σπουδαστές μιας στρατιωτικής σχολής. Η τελευταία επιλογή είναι ολοφάνερα ατυχής καθώς υπονοεί μια προϋπάρχουσα εξοικείωση με την ιεραρχία. Σκηνοθετικά, διακρίνεται μια προσπάθεια να τονιστεί το στοιχείο της περιπέτειας. Όμως, καθώς η ουσία του συγκεκριμένου βιβλίου δεν βρίσκεται στη δράση, σύντομα το ενδιαφέρον ξεφουσκώνει.

Δύο είναι οι κινηματογραφικές μεταφορές και στην περίπτωση του «Μεγάλου Μωλν». Το βιβλίο εκδόθηκε το 1913 και ήταν το μοναδικό που πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Alain Fournier πριν χαθεί έναν χρόνο μετά, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα από την σχέση του αφηγητή με έναν λίγο μεγαλύτερο νεαρό τον οποίο έχει ως ίνδαλμα, ο αναγνώστης κάνει ένα ταξίδι στα ασαφή, μπερδεμένα μονοπάτια της εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας και βιώνει τις τάσεις φυγής, τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τα μεγάλα πάθη που ξυπνούν με την αυγή της ενηλικίωσης.

Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά έγινε το 1967, από τον Jean-Gabriel Albicocco, έναν από τους λιγότερο γνωστούς εκπροσώπους της γαλλικής nouvelle vague, η οποία ευδοκιμούσε τότε. Πρόκειται για μια αρκετά δυσεύρετη ταινία, που ακολουθεί χαλαρά την πλοκή του μυθιστορήματος ρίχνοντας το κύριο βάρος στο εικαστικό μέρος. Με την ευρεία χρήση χρωματικών και διαθλαστικών φίλτρων ο Albicocco δημιουργεί μια ονειρική, ρομαντική ατμόσφαιρα που γίνεται ακόμη πιο έντονη με τη βοήθεια της μουσικής επένδυσης. Οι σκηνοθετικές αυτές επιλογές πιθανόν να ξενίσουν έναν σημερινό θεατή. Κυρίως δε έναν νέο ο οποίος έχει συνηθίσει σε ταινίες με μεγαλύτερη δράση και πολύ πιο γοργούς ρυθμούς.

Η δεύτερη ταινία -και αυτή γαλλική- γυρίστηκε το 2006. Σκηνοθέτης της ο Jean Daniel Verhaeghe, ο οποίος έχοντας μεταφέρει στην τηλεόραση αρκετά κλασικά μυθιστορήματα («Ευγενία Γκραντέ», «Χωρίς οικογένεια» κ. α.), διέθετε όλα τα εχέγγυα για να κάνει μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ταινία πάνω στο βιβλίο του Fournier. Και η αλήθεια είναι πως ο δικός του «Μωλν», παρότι δεν διεκδικεί δάφνες κινηματογραφικής πρωτοτυπίας, είναι μια καλή ταινία εποχής με στρωτή αφήγηση, αξιόλογες ερμηνείες και υψηλό επίπεδο παραγωγής. Επιπλέον ακολουθεί πιστά την δομή του πρωτότυπου, κάνοντας μικρές μόνο διαφοροποιήσεις όπου είναι απολύτως απαραίτητο. Η μόνη σημαντική αλλαγή έρχεται στο φινάλε. Εκεί το σενάριο παίρνει το θάρρος να ενσωματώσει στην αφήγηση και στη ζωή των ηρώων, το πικρό τέλος που είχε ο ίδιος ο Alain Fournier.

Την εποχή που ο συγγραφέας του «Μεγάλου Μωλν» έχανε τη ζωή του στον Μεγάλο Πόλεμο, ο Κοσμάς Πολίτης εργαζόταν ακόμη σαν τραπεζικός υπάλληλος στην Σμύρνη. Στα γράμματα εμφανίστηκε πολύ αργότερα, το 1930. Η δε Eroïca εκδόθηκε το 1938, όταν ο συγγραφέας έκλεινε τα πενήντα του χρόνια. Το πολυεπίπεδο αυτό έργο, ένα από τα πρώτα της ελληνικής λογοτεχνίας που ασχολούνται επί της ουσίας με τους εφήβους και τις ανησυχίες τους, έχει κάποια στοιχεία που το καθιστούν «αντικινηματογραφικό». Για παράδειγμα, όπως γράφει ο Απόστολος Σαχίνης -και σταχυολογεί η Ελένη Σβορώνου στο κείμενό της εδώ, στον Αναγνώστη-  «η Eroïca δεν έχει κεντρική υπόθεση και πλοκή και ίσως η αξία και η γοητεία της να οφείλεται περισσότερο στις λεπτομέρειες. Όλα μέσα στο μυθιστόρημα αυτό μετεωρίζονται με χάρη ανάμεσα στην υλική ζωή και την αϋλοσύνη, όλα συμβαίνουν σε μια σφαίρα ιδεατή, όπου εξανεμίστηκαν οι αισθήσεις».

Τα παραπάνω δεν απέτρεψαν τον Μιχάλη Κακογιάννη, από το να τολμήσει μια κινηματογραφική μεταφορά. Η ταινία γυρίστηκε το 1960, πέντε χρόνια έπειτα από το θριαμβευτικό του ντεμπούτο με τη «Στέλλα», σε μια εποχή που ο σκηνοθέτης είχε ήδη αποκτήσει φήμη στο εξωτερικό και δεχόταν προτάσεις για διεθνείς παραγωγές. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που επέλεξε ως κύρια γλώσσα τα αγγλικά. Η Eroïca η οποία είναι γνωστή διεθνώς με τον τίτλο “Our Last Spring”, προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου εκείνης τη χρονιάς (δίπλα σε ταινίες όπως τα «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ, «Ο πορτοφολάς» του Ρομπέρ Μπρεσόν, «Άγριο Ποτάμι» του Καζάν, κ.α.) και απέσπασε γενικά θετικές κριτικές. Αν και δεν συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του Κακογιάννη, ο θεατής δεν μπορεί να μην συγκινηθεί από το ιδεαλιστικό της πνεύμα, αλλά και να θαυμάσει διάφορα επιμέρους στοιχεία (την εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα δυναμικά καδραρίσματα του Βάλτερ Λάσαλι, τα ντεκόρ και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, τη μουσική του Αργύρη Κουνάδη) που την καθιστούν απείρως ανώτερη από το μέσο όρο του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής.

Τρεις σχεδόν δεκαετίες αργότερα, το 1999, η Eroïca μεταφέρθηκε και στην μικρή οθόνη, μέσα από μια αξιοπρεπή -αλλά όχι και αξιομνημόνευτη- μίνι σειρά που σκηνοθέτησε ο Πάνος Κοκκινόπουλος. Η παραγωγή αυτή της ΕΡΤ  ήταν η δεύτερη πάνω σε έργο του Κοσμά Πολίτη, έπειτα από το ιστορικό «Λεμονοδάσος» της Τώνιας Μαρκετάκη.

Το βιβλίο που συμπληρώνει την τετράδα αυτού του μικρού αφιερώματος, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» (ή αλλιώς «Στα στάχια, στη σίκαλη, ο πιάστης» σύμφωνα με την καινούρια μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη), λάμπει δια της απουσίας του από την οθόνη. Ο Salinger ήταν εξαρχής αντίθετος με την ιδέα μιας κινηματογραφικής διασκευής, καθώς θεωρούσε αδύνατο να επιτευχθεί κάτι τέτοιο χωρίς να χαθεί η ουσία του βιβλίου του. Όσοι μέσα στα χρόνια προσπάθησαν να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη και να δώσει την έγκρισή του, βρήκαν απέναντί τους έναν τοίχο. Έτσι, η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ. Έπειτα όμως από τον θάνατό του εκκεντρικού συγγραφέα το 2010, η συζήτηση έχει αναθερμανθεί. Το ίδιο και οι ελπίδες όλων εκείνων που ονειρεύονται να δουν τον Χόλντεν, τον ήρωα του βιβλίου, να ρίχνει επιτέλους την σκιά του και στη μεγάλη οθόνη…

28/04/2015

Ακόμα τούτη η άνοιξη

Απόγευμα Τρίτης στο κέντρο της Αθήνας. Επικρατεί σχετική ερημιά και κάνει κρύο. Τίποτε δεν φανερώνει πως, ημερολογιακά τουλάχιστον, έχει μπει η άνοιξη. Έξω από τον εθνικό κήπο, μια γραμμή από κάμπιες σέρνεται προς το άγνωστο ανάμεσα από τα πόδια των περαστικών.

91645-205828

Καθώς ανοίγω την πόρτα του βιβλιοπωλείου πέφτω πάνω σ’ έναν βραχύσωμο ασπρομάλλη κύριο. Παραμερίζω για να περάσει και εκείνος με ευχαριστεί με ένα νεύμα. Το κουρασμένο και κάπως παραπονιάρικο βλέμμα του μου θυμίζει κάτι. Τηλεοπτικές εικόνες από τα βαθιά 90s. Παπάδες με σημαίες. Συλλαλητήρια μπροστά από τον Λευκό Πύργο. Σκωπτικά τραγουδάκια του Λαζόπουλου…

Μα ναι! Είναι ο Στέλιος Παπαθεμελής! Ο υπάλληλος του βιβλιοπωλείου μου το επιβεβαιώνει. Ο πολιτικός βρίσκεται εδώ για να παρουσιάσει το καινούριο του βιβλίο, που φέρει τον μακρόσυρτο τίτλο «Όταν το άδικο γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον». Η εκδήλωση αρχίζει σε λίγα λεπτά στο καφέ του καταστήματος. Αν θέλω μπορώ να την παρακολουθήσω. Η αλήθεια είναι πως είχα άλλες προσδοκίες για το απόγευμά μου. Όμως πώς μπορείς να αρνηθείς μια τέτοια πρόκληση;

Το καφέ έχει αρκετό κόσμο. Κυριαρχούν το αντρικό φύλο και τα λευκά μαλλιά. Στο πάνελ, εκτός από τον συγγραφέα βρίσκονται τέσσερις άνθρωποι. Ανάμεσά τους και ο Κώστας Ζουράρις με το κλασικό του γιλέκο και με μια μαύρη μπλούζα που γράφει ένα τσιτάτο. Ξεκινά λέγοντας πως θα είναι σύντομος, γιατί έχει σημαντικότατες υποχρεώσεις στη βουλή. Είναι η μέρα της συζήτησης για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Μόλις το αναφέρει, ένας άντρας από το κοινό αρχίζει να χειροκροτεί αργά και επιτακτικά ώστε να παρασύρει και τους υπόλοιπους -πράγμα που καταφέρνει.

Όταν το χειροκρότημα καταλαγιάζει, ο ομιλητής δοκιμάζει μερικές από τις συνηθισμένες του λεκτικές ακροβασίες και χειροκροτείται ξανά. Στη συνέχεια αποκαλεί τον Στέλιο Παπαθεμελή ζωντανό σύμβολο της εθνικής αντίστασης, παρότι δεν συμμετείχε σ’ αυτήν (πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού είναι γεννημένος το 1938;). Τον χαρακτηρίζει ακόμη μπροστάρη των εθνικών υποθέσεων, αλλά και προορατικό σε ό,τι έχει να κάνει με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Τα κομπλιμέντα και τα καινούρια χειροκροτήματα δεν καταφέρνουν να διώξουν το παράπονο από τα μάτια του συγγραφέα.

Ο επόμενος εισηγητής μιλά για τη βαθιά χριστιανική παιδεία του κ. Παπαθεμελή. Επίσης τον συγχαίρει γιατί στο βιβλίο του θίγει όλα τα τρέχοντα υπαρξιακά θέματα του ελληνισμού, με έναν τρόπο που μπορεί να αφυπνίσει τους αναγνώστες. «Τον ξέρεις αυτόν;» ρωτάει, όχι πολύ χαμηλόφωνα, τον διπλανό του ένας κύριος από το κοινό. «Το παραπολιτικά τζι αρ λέει πως είναι ο γκουρού του Τσίπρα».

Πληρώνω τον καφέ και αποχωρώ. Το φως στην οδό Σταδίου είναι ασθενικό. Στις εσοχές βρίσκονται ξαπλωμένοι άστεγοι. Μπροστά στο ερειπωμένο Αττικόν ένας καλόγερος μοιράζει φυλλάδια.

Μια εβδομάδα αργότερα. Ο Μάρτιος έχει πια προχωρήσει, βρισκόμαστε μια ανάσα από την εαρινή ισημερία. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να κάνει κρύο και να φυσάει δυνατά. Την προηγούμενη μέρα στον ουρανό πετούσαν τα αεροπλάνα που έκαναν πρόβα για την παρέλαση. Οδηγώ έχοντας στο πίσω κάθισμα την μικρή μου κόρη και έναν φίλο της. Το αγόρι προβάρει κι αυτό τον ρόλο του για την γιορτή της 25ης Μαρτίου. Θα υποδυθεί τον Ρήγα Φεραίο και είναι λίγο σπασμένος γιατί θα προτιμούσε κάτι πιο ηρωικό. «Ακόμα τούτη η άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες», απαγγέλλει. «Τούτο το καλοκαίρι, μέχρι να έρθει ο Μόσκοβος να φέρει το σεφέρι». Με ρωτά τι σημαίνει σεφέρι. Στρίβουμε σε ένα βενζινάδικο.

Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο συνειδητοποιώ πως ο αέρας έχει δυναμώσει. Η κοπέλα του βενζινάδικου φοράει χοντρό μπουφάν και τα μαλλιά της ανεμίζουν και της σκεπάζουν το πρόσωπο. «Ναι, κάνει ψοφόκρυο», συμφωνεί κι εκείνη. «Όμως αν προσέξεις, πάνω στα αμάξια έχει αρχίσει να κάθεται γύρη». Για του λόγου το αληθές περνάει το δάχτυλό της στον ουρανό του αυτοκινήτου και μου δείχνει χαμογελαστή τους κόκκους που γυαλίζουν. Έχω την υποψία πως είναι απλά σκόνη, αλλά δεν το λέω για να μην της το χαλάσω.

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 20/3/2015

28/04/2015

Παλιά παπούτσια στα ελαιόδεντρα

Προσοχή στο κενό μεταξύ χημικών και αιθαλομίχλης

Η μυρωδιά των χημικών έφτανε μέχρι το Μουσείο ή αν είχες ευαίσθητη μύτη –και μάτια- μέχρι την Αλεξάνδρας. Πιο κάτω η Πατησίων μύριζε όπως κάθε μέρα: ντίζελ, δίχρονο μηχανάκι και σαντουιτσάδικο. Φτάνοντας δε στο Τέρμα και συνεχίζοντας δεξιά, σε υποδεχόταν η λονδρέζικη ομίχλη των καυσόξυλων. Κάπως έτσι, την ώρα που στα Εξάρχεια έπεφτε ξύλο και στα Άνω Πατήσια έκαιγαν οι ξυλόσομπες, ανασύρθηκαν από τη μνήμη μου εκείνα τα ελαιόδεντρα στο χωριό.

81510-182380

Δεν ήταν πολλά –μόλις τρία- αλλά ήταν ψηλά και επιβλητικά. Αυτό πρέπει να ήταν και το στοιχείο που τα καταδίκασε. Τρεις χειμώνες πίσω, κάποιος εργατικός λαθροϋλοτόμος συνυπολογίζοντας την τιμή των καυσόξυλων ανά κιλό και το απομονωμένο της περιοχής, πήρε το αλυσοπρίονό του και τα έκοψε μισό μέτρο από το έδαφος. Έτσι, μπορείς εύκολα πια να υπολογίσεις την ηλικία τους. Περίπου διακόσιους δακτυλίους μέτρησα το καλοκαίρι σε έναν από τους κορμούς.

Πριν τα σεβάσμια δέντρα καταντήσουν σαν ρουστίκ σκαμπό αφημένα στο χώμα, τα εκμεταλλευόταν ένας μακρινός συγγενής από το χωριό. Ακόμα πιο παλιά όμως, για λίγες χρονιές, πηγαίναμε οικογενειακώς κάθε Νοέμβρη και μαζεύαμε τις ελιές μόνοι μας. Τότε όλο αυτό το βίωνα μάλλον αρνητικά. Άφηνες το ζεστό μικροαστικό τριάρι σου και πήγαινες στο δίπατο παγωμένο σπίτι στο χωριό όπου, σε καιρούς που σου φαίνονταν υπερβολικά μακρινοί, είχαν γεννηθεί η μητέρα σου και οι αδελφές της. Το βράδυ κοιμόσουν σκεπασμένος με τρεις κουβέρτες που μύριζαν υγρασία και αξημέρωτα σε σήκωναν και σε έσερναν, κατηφή και συναχωμένο, στο χωράφι με τις ελιές. Εκεί, ο πιο αθλητικός θείος ανέβαινε σε μια σκάλα και ράβδιζε τα κλαδιά, ενώ οι υπόλοιποι μάζευαν τους καρπούς από κάτω. Εσύ ανήκες στο βοηθητικό προσωπικό. Δεν είχες συγκεκριμένα καθήκοντα, αλλά έπρεπε να είσαι διαθέσιμος για να φέρνεις εργαλεία και να ακούς νουθεσίες.

Η δουλειά πήγαινε πάντα αργά. Ο ραβδιστής δεν ήταν επαγγελματίας ενώ οι αδελφές, έπειτα από δεκαετίες στην πρωτεύουσα, είχαν χάσει την χωριάτικη σβελτάδα τους στο μάζεμα. Πού και πού έπεφτε και κανένα ενδοοικογενειακό καβγαδάκι. Χώρια το κολατσιό που συνήθως εξελισσόταν σε φαγοπότι ή καμιά ξαφνική μπόρα που προκαλούσε άτακτη φυγή προς τα αυτοκίνητα.

Μια χρονιά συνέβη και το εξής: Μία από τις θείες έφυγε για λίγο και αργούσε να επιστρέψει. Έστειλαν λοιπόν εμάς, τα παιδιά, να την βρούμε. Ψάξαμε τεμπέλικα και καθυστερώντας επίτηδες και τελικά την ανακαλύψαμε πίσω από τους θάμνους να κοιτά δακρυσμένη κάτι μισολιωμένα παλιοπάπουτσα, που ήταν πεταμένα σ’ έναν λάκκο. Όπως μας εξήγησε, τα παπούτσια ανήκαν στην, πεθαμένη από την δεκαετία του ’50, μητέρα της. Βρίσκονταν όμως εκεί από πιο παλιά, πριν από τον πόλεμο, τότε που πήγαιναν όλοι μαζί για να μαζέψουν τις ελιές. «Σαν να τη βλέπω μπροστά μου», είπε η θεία (που και αυτή έχει πια πεθάνει). «Της είχαν παλιώσει πολύ και την χτυπούσαν. Έκανε λοιπόν έτσι, τα έβγαλε και τα πέταξε σε μια μεγάλη λακκούβα με νερό. Να τα, ακόμα εδώ είναι!»

Η τελετουργία του μαζέματος των ελιών δεν κράτησε πολλούς Νοέμβρηδες. Κάποια στιγμή οι ενήλικες συνειδητοποίησαν επιτέλους πως ο κόπος ήταν δυσανάλογος σε σχέση με την παραγωγή και τα τρία δέντρα παραχωρήθηκαν στον μακρινό συγγενή. Μέχρι που ανέλαβε δράση ο τύπος με το αλυσοπρίονο και έλυσε το πρόβλημα μια και καλή.

Επιστρέφοντας σπίτι εκείνο το βράδυ, μάζεψα αμέσως τα ρούχα από την απλώστρα. Αν έμεναν όλη τη νύχτα στην καπνίλα των καυσόξυλων θα ήθελαν πάλι πλύσιμο.

 

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 6/6/2014. H φωτογραφία είναι της Dorothy Burr Thompson

28/04/2015

«Ξαπλώνω κάτω από μια ανθισμένη κερασιά»

Το 1940 όπως δεν το είδε ο Κώστας Πρέκας

Εδώ και δεκαετίες ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου παραμένει λίγο πολύ αναλλοίωτος: Τραγούδια της Σοφίας Βέμπο, ταινίες του Τζέιμς Πάρις, διχογνωμίες για το ποιος είπε το Όχι… Το μόνο έθιμο που έχει προστεθεί τελευταία είναι οι μούντζες προς τους επίσημους στις παρελάσεις και τα επιτελικά σχέδια που καταστρώνει η αστυνομία για να τις αποτρέψει. Αναλλοίωτη παραμένει και η επίσημη εικονογραφία: Ενθουσιασμένοι επίστρατοι που κρέμονται σαν τα σταφύλια από τα τραμ, τσολιάδες που τρέχουν στο χιόνι φωνάζοντας «αέρα» κλπ.

79700-178287

Στην άλλη όψη αυτής της καρτποστάλ, υπάρχει ένα πλήθος από αυθεντικές αφηγήσεις που συνθέτουν μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Μια εικόνα όχι απαραίτητα αντιηρωική, αλλά στα σίγουρα πολύ πιο αληθινή, πολύ πιο ανθρώπινη. Όπως, για παράδειγμα, είναι αυτή η απρόσμενη συνάντηση στα αλβανικά βουνά ενός στρατιώτη με ένα από τα μουλάρια της οικογένειάς του που είχε επιτάξει ο στρατός: «Τον Θοδωράκη τον είδα λοιπόν εις την Αλβανία ,τον έσερναν κάτι φαντάροι ημιονηγοί με πυρομαχικά φορτωμένον και μόλις τον φώναξα με εγνώρισε και ήταν δε πολύ συγκινητικό. Εγνώρισε τη φωνή μου!». Όμως δυστυχώς ο Θοδωράκης και τα άλλα επιταγμένα ζώα δεν καλοπερνούσαν στο μέτωπο. «Τα έβλεπες και τα λυπόσουνα, τροφές δεν υπήρχαν, τα έδεναν οι φαντάροι εις τα δένδρα για να μη τα βλέπουν τα αεροπλάνα και τα πολυβολούν, εκεί τα ζώα έτρωγαν τους κορμούς των δένδρων και τις ουρές των, το ένα το άλλο».

Στον πόλεμο δεν πήγαιναν όλοι με ενθουσιασμό. Εδώ, ας πούμε διασώζεται μια ενδιαφέρουσα προφορική μαρτυρία όπου κάποιοι Πειραιώτες μάγκες προσπαθούν να τρομοκρατήσουν έναν στρατιωτικό γιατρό ώστε να τους κρατήσει στα μετόπισθεν. «Γιατρέ, δε θυμάμαι σε έχω γαμ…;» ρωτάει ο ένας. Και συμπληρώνει ο δεύτερος: «Δέκα χρόνια φυλακή στο Γεντί-Κουλέ θα κάνω για σένα αν κάτσεις». Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το ημερολόγιο του αδελφού Θεόκτιστου, ενός νεαρού μοναχού από την Πάρο που, προς απόγνωσή του, καλείται στα όπλα. Στην αρχή, όσο είναι στην Αθήνα, οι ανησυχίες του αφορούν την εμφάνισή του. «Ως προς το γένειον ο Συνταγματάρχης μας είπε να ποιήσωμεν ως θέλομεν. Διεπιστώθη ότι δεν ταίριαζε το χακί με τα κατάμαυρα γένεια…». Μετά, αρχίζουν οι προσπάθειες για να μπει σε νοσοκομείο ως φυματικός: «Μου έγιναν εξετάσεις. Δεν είναι εύκολος η απαλλαγή», διαπιστώνει απογοητευμένος. Στο ίδιο σημείο αναφέρει και κάτι που ίσως κρύβει μια υποψία οικογενειοκρατίας: «Διευθυντής του νοσοκομείου ήταν ο γαμβρός του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά, κ. Φωκάς».

Οι προσπάθειες για απαλλαγή συνεχίζονται αλλά πέφτουν στο κενό εξαιτίας ενός γιατρού που «μισεί το ράσο». Έτσι, με βαριά καρδιά ο Θεόκτιστος ξεκινά με το λόχο του από την Ομόνοια για το Ρουφ όπου τους περιμένει η αμαξοστοιχία για το μέτωπο. «Καθ’ όλην αυτήν την ποδαριοδιαδρομήν πονούσαν πολύ οι πόδες μου, λόγω του ότι τα υποδήματα μου ήτο καινουργή». Φυσικά, όταν φτάνει στην πολεμική ζώνη μαθαίνει για τα καλά τι σημαίνει ταλαιπωρία. Εκεί, τα παράπονα δίνουν τη θέση τους στην απελπισία. Κάποιοι από τους συναδέλφους του τον λυπούνται και τον βοηθούν, άλλοι τον κακομεταχειρίζονται. Να όμως που το ένστικτο της επιβίωσης θριαμβεύει και ο πρώην μοναχός αντέχει στις κακουχίες. Όχι βέβαια δίχως να γκρινιάζει. «Δια γεύμα μας έδωσαν πατάτες γιαχνί και δια βράδυ σκέτες ελαίες», γράφει κάπου αγανακτισμένος. Αλλού αναφέρει επιγραμματικά τα γεύματά του: «Μακαρόνια, τυρί, μια αγγλική κονσέρβα κρέατος, κρύα φασουλάδα, λίγος τραχανάς» ή παραπονιέται για το ευαίσθητο στομάχι του. Τελικά, ο φιλάσθενος αδελφός Θεόκτιστος θα καταφέρει να επιζήσει και να επιστρέψει σώος στο μοναστήρι του.

Ο πόλεμος αποτυπώνεται πολύ πιο σφαιρικά στο ημερολόγιο του λαογράφου Δημήτρη Λουκάτου, που έχει εκδοθεί με τον τίτλο «Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο» (εκδ. Ποταμός). Στις σελίδες του βιβλίου μπορεί κανείς να βρει παραμέτρους και λεπτομέρειες που συνήθως διαφεύγουν από την επίσημη ιστορία: τους λουφαδόρους φαντάρους, τους διεφθαρμένους σιτιστές, τους Αλβανούς χωρικούς που σύρονται σε αγγαρείες… Θα βρει ακόμη στιγμές φόβου και πανικού και μαζί συγκινητικές επιδείξεις ήθους, θάρρους και ανιδιοτέλειας. Ο Λουκάτος περιγράφει την ατμόσφαιρα της αναμονής, τις μικρές χαρές που εμφανίζονται ανάμεσα στις κακουχίες -ένα μπάνιο, λίγη ζεστή σούπα, μια πίτα… Ακόμη και μια περίπτωση chain letter: «Κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι ένα χαρτάκι που διηγείται ότι σ’ έναν σωφέρ παρουσιάστηκε η Παναγιά και του είπε να έχει πίστη κι η Ελλάδα θα σωθεί. Χρέος του αναγνώστη είναι να το αντιγράψει 9 φορές και να το μοιράσει, αλλιώς θα είναι καταραμένος. Οι φαντάροι κάνουν να μη δίνουν σημασία, αλλά φοβούνται και το αντιγράφουν».

Εξίσου ζωντανή είναι η περιγραφή της υποχώρησης μετά την εισβολή των Γερμανών. Ο ατέλειωτος δρόμος προς τα πίσω, η εξάντληση, η εγκατάλειψη, η απογοήτευση και η αγωνία για το μέλλον, αλλά μαζί και μια ανακούφιση που όλα τέλειωσαν. Που είναι άνοιξη και ο συγγραφέας είναι ακόμη ζωντανός. «Αντικρίζω τη ζωή στην πιο φρέσκια εκδήλωσή της. Η μεγάλη Φύση είναι ανώτερη από τις μικρότητες των ανθρώπων. Οι αγωνίες μας είναι μικροεπεισόδια μπροστά στη δική της ζωή. Εκείνη πρασινίζει κι ανθίζει όπως πάντα, μοσχοβολάει και ζεσταίνει εχθρούς και φίλους, χύνει άφθονα τα κρυονέρια της και ξεπλένει αμέσως κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται στο γρασίδια της… Ξαπλώνω κάτω από μια ανθισμένη κερασιά. Ας μου συμβεί ό,τι θέλει. Είμαι μεθυσμένος από τον ήλιο, την ξεκούραση και τη μοσχοβολιά».

Μια σκηνή που στα σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ο Κώστας Πρέκας…

 

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 27/10/2014

28/04/2015

Η γυναίκα που τάιζε τη θάλασσα

Ψάχνοντας το χαμένο νόημα σε απλές πράξεις

Πριν από λίγα απογεύματα, όμοια με τους ορειβάτες που γλιστρούν και αρπάζονται από μια ισχνή ρίζα, είπαμε να κάνουμε ένα τελευταίο μπάνιο. Επιλέξαμε μια παραλία κάπου ανάμεσα στο Λαύριο και στο Σούνιο. Ήταν απόγευμα και το ελαφρύ νοτιαδάκι έφερνε μαζί του μια υγρή ζέστη και αρκετές από τις πλαστικές σακούλες που περιφέρονται στο Αιγαίο.

77310-172142

Όπως συμβαίνει πάντα αυτή την εποχή κοντά στη θάλασσα, η ατμόσφαιρα είχε κάτι το μελαγχολικό. Οι δε λουόμενοι ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα: μια μοναχική κοπέλα βυθισμένη σ’ ένα ογκώδες μυθιστόρημα, ένα ζευγάρι με τα απρόσμενα νηφάλια παιδάκια του και μια παρέα καλοβαλμένων συνταξιούχων από τα κοντινά εξοχικά. Οι τελευταίοι ήταν και οι μόνοι που ακούγονταν. Ο ένας έλεγε ότι δεν πάει άλλο και ότι θα ψηφίσει Σύριζα. Οι υπόλοιποι είχαν πέσει πάνω του για να τον μεταπείσουν.

Κάποια στιγμή, πήγα σ’ ένα κοντινό μαγαζάκι για να πάρω καφέ. Καθώς επέστρεφα με το πλαστικό ποτήρι στο χέρι, προσπέρασα μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία βάδιζε αργά, πολύ αργά και καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, στην ίδια κατεύθυνση. Κάτι πάνω της μ’ έκανε να της ρίξω μια ακόμη φευγαλέα ματιά. Το ντύσιμό της ήταν πολύ προσεγμένο, λες και πήγαινε σε γιορτή. Επίσης ήταν χαμογελαστή και είχε ένα ιδιαίτερα λαμπερό βλέμμα.

Κανένα μισάωρο αργότερα, ενώ ο ήλιος έπεφτε και οι σκιές μάκραιναν, η καλοντυμένη γηραιά κυρία έφτανε επιτέλους στην παραλία.

Την είδαμε να διασχίζει με ασταθές βήμα την αμμουδιά, να στέκεται μπροστά στο κύμα, να βγάζει κάτι από την τσάντα της και να το ρίχνει στο νερό. Ήταν ένα κομμάτι ψωμί, μια γωνία. Όταν σιγουρεύτηκε ότι τα ψαράκια είχαν αρχίσει να το τσιμπολογούν, τίναξε τα ψίχουλα από τα χέρια της, έκανε μεταβολή και πήρε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. Μέχρι να απομακρυνθεί, όλοι στην παραλία την κοιτούσαμε σιωπηλοί, σαν υπνωτισμένοι. Μετά, το διάλειμμα τελείωσε και συνεχίσαμε από εκεί που είχαμε μείνει.

Τις επόμενες μέρες συνέβησαν πολλά και διάφορα. Στην Αυστραλία, το πρώτο iPhone 6 που πουλήθηκε έπεσε από τα χέρια του ιδιοκτήτη του. Στα ανοιχτά της Κρήτης έγινε ένα πολύνεκρο ναυάγιο. Ένα κοριτσάκι δεκαεφτά μηνών ήταν ανάμεσα στους διασωθέντες -και αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που μάθαμε για το ναυάγιο. Στην Αμερική φτιάχτηκε μια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης μόνο για πολύ πλούσιους. Στην Αθήνα, γνωστή αλυσίδα ταχυφαγίων ανακοίνωσε ότι θα έχει ειδικές τιμές για αστυνομικούς. (Λογικό. Είναι πολλοί και πρέπει κάπως να σκοτώνουν τον χρόνο τους). Στο Βερολίνο, ο Αντώνης Σαμαράς υπονόησε ότι όπου να ’ναι τελειώνουμε με την τρόικα και τα λαοκτόνα μνημόνια. Στη Νέα Υόρκη, ο Γιώργος Παπανδρέου διαδήλωσε για την κλιματική αλλαγή, ενώ στο Μαραθώνα ο Ηλίας Ψινάκης είπε τη λέξη «μωρή». Στο αντιφασιστικό μέτωπο, πάλι, ξεκίνησε μια διαμάχη για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους ναζί. Να τους τσακίσουμε ή να τους μορφώσουμε;

Μορφωτικού περιεχομένου είναι και ένα βιντεάκι που κυκλοφόρησε. Ο υπαρχηγός της Χ.Α. διδάσκει ένα αγοράκι πώς να χαιρετά ναζιστικά. Κάποια στιγμή παρεμβαίνει ένα μεγαλύτερο κοριτσάκι. «Τεντωμένο το χεράκι! Έτσι, πόινκ!» ακούγεται να λέει με την ενθουσιώδη φωνούλα του. «Χάι Χίτελ. Πόινκ!» κάνει αθώα και το αγοράκι. Κι άλλο ένα βίντεο. Πιο επαγγελματικό αυτό, φτιαγμένο από σινεφίλ τζιχαντιστές που έχουν φάει τα αμερικανικά action movies με το κουτάλι. Εκτελέσεις τραυματιών, μελλοθάνατοι που σκάβουν τους τάφους τους, εκρήξεις. Λίγος Ρίντλεϊ Σκοτ εδώ, λίγη Κάθριν Μπίγκελοου εκεί και τελικά οι βομβαρδισμοί ξεκινούν.

Φέρνω ξανά στο μυαλό μου τη γυναίκα που τάιζε τα ψάρια στο Σούνιο. Η μεθοδικότητά της έδειχνε άνθρωπο που κάνει τη συγκεκριμένη πράξη συχνά. Την φαντάζομαι λοιπόν να την επαναλαμβάνει τελετουργικά κάθε απόγευμα. Μπορεί, λέω μέσα μου, να υπάρχει σ’ αυτή ένα μυστικό νόημα που, για την ώρα, μας διαφεύγει. Ίσως και άλλες τέτοιες πράξεις, από άλλους τυχαίους ανθρώπους –πράξεις που φαινομενικά στερούνται σημασίας αλλά είναι συγκινητικές μέσα στην απλότητά τους -να είναι σωτήριες. Να κρατούν σε μια ισορροπία τον κόσμο μας που αλλιώς θα είχε προ πολλού γκρεμιστεί στα τάρταρα.

 

Πρώτη δημοσίευση AThens Voice 25/9/2014

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.