22/06/2012

Τα βιβλία μου

 

DSC01059a

LesxiAllokotonPlasmaton_Hartis-Exofyllo1

περισσότερα…

 

02/06/2017

O καιρός των Ελλήνων

Σαββατοκύριακο εθνικής εορτής και αλλαγής ώρας

25η  Μαρτίου. Η ημέρα ξεκινά ηλιόλουστη και ζεστή. Καθώς το σπίτι σείεται από τα σμήνη των σινούκ που κατευθύνονται στο Σύνταγμα, αποφασίζουμε να πάμε εκδρομή στο Τατόι. Φτάνοντας, ανακαλύπτουμε πως την ίδια ακριβώς ιδέα είχαν χιλιάδες ακόμη συμπολίτες μας. Κάποιοι έχουν κουβαλήσει πτυσσόμενα τραπεζάκια και καρέκλες. Τρώνε κρύο μπακαλιάρο με σκορδαλιά μέσα από μεγάλα τάπερ. Ξαπλώνουμε και εμείς στο φρέσκο χορτάρι, δίπλα στις μοβ ανεμώνες και τα χαμομήλια. Η φασαρία από τον κόσμο ανακατεύεται ευχάριστα με τους ήχους της φύσης. Από τον δρόμο ακούγονται επίμονα κορναρίσματα. «Κάποιος τρόμπας θα τον έχει κλείσει», μου εξηγεί, δίχως να τον ρωτήσω, ένας περαστικός.

Bruce Davidson_brooklyn-etats-unis-1959

Παραδίπλα, μια παρέα συζητά φωναχτά για το Survivor. Οι γυναίκες τα χώνουν στην Ευρυδίκη, επειδή κατά τη γνώμη τους αδίκησε τον Αγγελόπουλο. Οι άντρες βιώνουν έναν εσωτερικό διχασμό. Από τη μία συμφωνούν πως ο τελευταίος, μαζί με τον Σπαλιάρα, είναι «οι μόνοι αληθινοί εκεί μέσα». Παράλληλα, όμως, κατηγορούν τις γυναίκες ψηφοφόρους για μεροληψία. «Έτσι όπως το πάτε, ούτε θηλυκή μαϊμού δεν θα μείνει στο παιχνίδι», λέει ένας.

Στα θερινά ανάκτορα τα παράθυρα είναι σφραγισμένα με κόντρα πλακέ. Μια μαμά, καθισμένη δίπλα στην κάποτε εντυπωσιακή βασιλική πισίνα, αφηγείται στην πεντάχρονη κόρη της την ιστορία των Γλίξμπουργκ με τη μορφή παραμυθιού. «Και έτσι, όταν η πριγκίπισσα Σοφία μεγάλωσε, παντρεύτηκε έναν όμορφο πρίγκιπα από την Ισπανία που τον έλεγαν Χουάν Κάρλος. Μετά, ο πρίγκιπας έγινε βασιλιάς και η Σοφία, σαν γυναίκα του που ήταν, έγινε βασίλισσα». Το παιδάκι αναστενάζει συνεπαρμένο.

Στην επιστροφή, το αντίθετο ρεύμα της εθνικής έχει φρακάρει από τα στρατιωτικά οχήματα που φεύγουν από την παρέλαση. Στο ραδιόφωνο η ροή του προγράμματος διακόπτεται απότομα και μια φωνή ανακοινώνει πως θα ακούσουμε το τραγούδι που θα μας εκπροσωπήσει στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον. «Δεν είναι και τόσο χάλια», σχολιάζουμε.

Όσο λείπαμε, στην επικαιρότητα έπαιζαν τα γνωστά επετειακά θέματα: Η σέξι καθηγήτρια που έκλεψε την παράσταση. Η παρελαύνουσα με τη μουσουλμανική μαντήλα που δίχασε. Ο νεαρός που δεν έστρεψε την κεφαλή προς τους επίσημους. Ο πανεπιστημιακός που ξεσκεπάζει τους μύθους για την επανάσταση. Υπήρξε πραγματικά το κρυφό σχολειό; Τι ακριβώς έγινε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου του 1821; Τι είπε ο Καραϊσκάκης λίγο πριν πεθάνει και πώς αυτό συνδέεται με τους δανειστές και την τρόικα; Πότε επιτέλους θα κλείσει η αξιολόγηση;

Νέα είδηση: Η Ραχήλ Μακρή επισκέφτηκε το ιστορικό σπήλαιο Μελιδονίου στο Ρέθυμνο, όπου κατά την Τουρκοκρατία σφαγιάστηκαν 370 γυναικόπαιδα. Εκεί ανακοίνωσε την ίδρυση ενός καινιούριου πολιτικού φορέα. «Το Μέτωπο Νίκης αποτελείται από πολίτες, με διάθεση να αγωνιστούν για την ανατροπή του καθεστώτος που υπάρχει στην Ελλάδα εδώ και επτά χρόνια», δήλωσε η ίδια.

Η κουβέντα για το Survivor δεν λέει να τελειώσει. Όταν οι οπαδοί κουράζονται, αναλαμβάνουν δράση οι πολέμιοι. Πάντα δε, υπάρχει και ένας που δεν έχει τηλεόραση, την έχει πετάξει εδώ και πέντε χρόνια στα σκουπίδια. Βέβαια, δεν χρειάζεται πια να έχεις τηλεόραση για να βλέπεις τηλεόραση. Εκείνος όμως νιώθει την ανάγκη να το πει ξανά και ξανά.

Αν πάντως διέθετε τηλεόραση, θα διαπίστωνε πως το προηγούμενο βράδυ παίχτηκε για τεσσαρακοστή έκτη φορά (τόσα χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που γυρίστηκε) η ταινία «Παπαφλέσσας» σε παραγωγή Τζέιμς Πάρις και σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ έπεσε ξανά νεκρός στο Μανιάκι και ο Στέφανος Στρατηγός ως Ιμπραήμ, του φίλησε το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού.

Ανήμερα την 25η Μαρτίου, ο  Αντ1 πρόβαλε την «Μαντώ Μαυρογένους» του Κώστα Καραγιάννη, παραγωγής 1971, με την Τζένη Καρέζη στον ομώνυμο ρόλο. Η ΕΡΤ, πιο ψαγμένη, έπαιξε τον «Καιρό των Ελλήνων» του Λάκη Παπαστάθη. Ο Σκάι παραδόξως δεν είχε Survivor, αλλά το ματς της εθνικής Ελλάδας με την αντίστοιχη του Βελγίου. Αν και με δέκα παίκτες από το εξήντα πέντε, κρατούσαμε τη νίκη με νύχια και με δόντια. Τελικά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα ένα γκολ του Λουκάκου μας την στέρησε.

Πέσαμε για ύπνο με ανάμεικτα συναισθήματα και την Κυριακή ξυπνήσαμε σε σύγχυση. Έπρεπε να αλλάξουμε την ώρα στις ηλεκτρονικές μας συσκευές ή όχι; Τελικά καταλάβαμε ότι η αλλαγή είχε γίνει από μόνη της, ενώ εμείς κοιμόμασταν του καλού καιρού.

(πρώτη δημοσίευση A.V. 27/3/2017)

02/06/2017

Συμπαθώντας

Πέμπτη μεσημέρι στα επείγοντα ενός νοσοκομείου

Σύμφωνα με τα λεξικά, συμπάθεια λέγεται η ενστικτώδης έλξη, η συναισθηματικά θετική στάση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Επίσης, η συναίσθηση της δυστυχίας κάποιου και η διάθεση για βοήθεια. Προέρχεται από το ρήμα συμπάσχω (συν+πάσχω).

diane-arbus-1536

Μέχρι εδώ τα πάντα είναι απολύτως σαφή και κατανοητά. Εκείνο που κανένα λεξικό δεν εξηγεί, είναι το γιατί συμπαθούμε. Γιατί, ας πούμε, ξεχωρίζουμε ένα άγνωστο πρόσωπο μέσα σε ένα σύνολο εξίσου άγνωστων ανθρώπων και στεκόμαστε θετικά απέναντι σ’ αυτό, αδιαφορώντας ή και αντιπαθώντας όλους τους υπόλοιπους;

Βλέπουμε σ’ αυτό μια αόρατη συγγένεια, λένε κάποιοι. Κάτι συμβατό με εκείνο που εμείς οι ίδιοι θεωρούμε ότι είμαστε. «Ο συμπαθής άλλος», γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης  «είναι μια πλασματική προέκταση του εαυτού μας, κάτι σαν ζείδωρη παράφραση της δικής μας εσωτερικότητας». (Μυστικά της συμπάθειας)

Ακόμα και έτσι, η επιλογή της αδύνατης γυναίκας με το μάλλινο σκουφάκι παραμένει στα μάτια μου ανεξήγητη. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι. Βρισκόμασταν ήδη δύο ώρες έξω από την κόκκινη πόρτα των επειγόντων και ο φωτεινός πίνακας παρέμενε πεισματικά καρφωμένος στο νούμερο 96. «Τι θέλετε να κάνω;» απολογούνταν κάθε λίγο και λιγάκι ο απρόσμενα ευγενικός σεκιουριτάς. «Όλα τα κρεβάτια μέσα είναι πιασμένα. Μόλις μου πουν οι γιατροί θα πατήσω το κουμπί για να προχωρήσει».

Εμείς είχαμε το 38. Έπρεπε λοιπόν ο πίνακας να φτάσει αγάλι αγάλι στο 99, μετά να μηδενιστεί και να ξαναρχίσει να μετρά νούμερο το νούμερο, μέχρι κάποτε -τα μεσάνυχτα λογικά- να έρθει η σειρά μας. «Μην απελπίζεστε. Σε λίγο τα νούμερα θα αρχίσουν να φεύγουν πιο γρήγορα. Υπομονή», παρηγορούσε του πάντες ο σεκιουριτάς.

Γύρω μας, όλες οι φυλές των ασθενών και των συνοδών. Κωλοπετσωμένοι που μηχανεύονταν τρόπους για να παρακάμψουν τη σειρά, φωνακλάδες που διατυμπάνιζαν διαρκώς πως «όλοι τα ίδια σκατά είναι», παραιτημένοι που είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους, απελπισμένοι που βογκούσαν σιγανά, κατά φαντασίαν ασθενείς που ταλαιπωρούνταν δίχως λόγο, τσαμπουκαλεμένοι έτοιμοι να αρπαχτούν ανά πάσα στιγμή, κουτοπόνηροι που παρίσταναν ότι σφάδαζαν κάτω από τα ειρωνικά βλέμματα των, συνηθισμένων σε τέτοιου είδους καραγκιοζιλίκια, νοσηλευτών.

Κάποια στιγμή κατέφτασε με το ΕΚΑΒ και μια ακίνητη γερόντισσα με ορθάνοιχτο στόμα.  Το φορείο μπήκε κατά προτεραιότητα, δίχως νούμερο, μέσα από την κόκκινη πόρτα. Ένας τύπος πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο άνδρας του ΕΚΑΒ τον αποστόμωσε με συνοπτικές διαδικασίες: «Χρειάζεστε και εσείς νεκροψία, κύριε;»

Τη γυναίκα με το σκουφάκι δεν την είχα παρατηρήσει από την αρχή. Εκείνη όμως μας είχε δει και στα μάτια της θα φαινόμασταν κάπως έτσι: Μια μικρόσωμη γυναίκα σχεδόν αναίσθητη σε ένα άβολο καρεκλάκι. Ένας νεότερος άντρας που προσπαθούσε να τιθασεύσει την αγωνία του. Και μια συνομήλικη του γυναίκα με ανάλογο προφίλ. Παρουσιάστηκε λοιπόν μπροστά μας, κοίταξε δεξιά και αριστερά για έναν τελευταίο έλεγχο και τελικά έδωσε το νούμερό της σ’ εμάς.

«Έχω το 11. Πάρτε το», είπε.

«Και εσείς;» την ρωτήσαμε.

«Εγώ πάω σπίτι μου. Είναι αδύνατον να περιμένω άλλο».

Κάποιος με ατσάλινη ηθική θα μας έψεγε που το δεχτήκαμε και με αυτόν έστω τον τρόπο παρακάμψαμε τη σειρά. Αυτός ο κάποιος, όμως, μάλλον δεν θα έχει βρεθεί στα επείγοντα ενός ελληνικού νοσοκομείου σε μέρα γενικής εφημερίας. Σε κάθε περίπτωση το πήραμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Η γυναίκα με το σκουφάκι πήγε στην έξοδο και εμείς, δύο τρεις ώρες αργότερα, διαβήκαμε την κόκκινη πόρτα.

«Έπρεπε να σας είχαν αφήσει να περάσετε αμέσως», μου είπε ο γιατρός που αποφάσισε την εισαγωγή.

Αργότερα, όταν η ασθενής είχε τακτοποιηθεί στον θάλαμο θυμήθηκα ότι είχα στην τσέπη μου το χαρτάκι με το νούμερο 38. Κατέβηκα γρήγορα στα επείγοντα έριξα μια ματιά στα πιο ταλαιπωρημένα πρόσωπα και το έδωσα στο πιο συμπαθητικό.

Κάποιος με ατσάλινη ηθική θα με έψεγε. Αυτός ο κάποιος, όμως, μάλλον δεν έχει βρεθεί ποτέ στα επείγοντα ενός ελληνικού νοσοκομείου σε μέρα γενικής εφημερίας.

(Πρώτη δημοσίευση A.V. 17/1/2017)

01/02/2017

Ο Γερμανός φίλος

Την Τετάρτη 21/12 το βράδυ, το δημαρχείο στην Αθηνάς «βάφτηκε» στα χρώματα της γερμανικής σημαίας. Ήταν μια συμβολική κίνηση, για να δείξουμε την αλληλεγγύη μας προς το χτυπημένο από την τρομοκρατία Βερολίνο. Το ίδιο είχε γίνει λίγους μήνες νωρίτερα με τη γαλλική σημαία. Το εγχείρημα, τότε, ήταν τεχνικά πιο εύκολο. Η γαλλική σημαία έχει τρεις κάθετες ρίγες, οπότε αρκούσαν τρεις προβολείς, σε ίσες αποστάσεις απέναντι από το κτίριο. Επιπλέον, το λευκό που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο μπλε και στο κόκκινο, βοηθάει στον διαχωρισμό και κάνει την εικόνα πιο ευδιάκριτη.

2-nosferatu

Τώρα, ο φωτιστής του δήμου συνάντησε δυσκολίες. Καταρχάς έπρεπε να στρέψει με τέτοιο τρόπο τους προβολείς από το έδαφος, ώστε να πετύχει τρεις ίσες σε πλάτος και ένταση οριζόντιες λωρίδες. Έπειτα, το πάνω πάνω κομμάτι έπρεπε να βγει μαύρο –κοινώς να μείνει αφώτιστο. Όμως η πόλη το βράδυ έχει μπόλικο φως από μόνη της, ενώ το κόκκινο χρώμα από την μεσαία λωρίδα ήταν δύσκολο να συμμαζευτεί και να μην αντανακλά και ψηλότερα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το αποτέλεσμα δεν ήταν και τόσο πετυχημένο.

Προβλήματα συνάντησε και μια συγκέντρωση μπροστά στο Ινστιτούτο Γκαίτε, η οποία οργανώθηκε στα γρήγορα από χρήστες των social media. Ευθύνεται και το κρύο, βέβαια. Ακόμη και έτσι, όμως, μαζεύτηκε λιγότερος κόσμος από όσο θα περίμενε κανείς. Καμία σχέση, για παράδειγμα, μ’ εκείνη τη συγκέντρωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, τότε που όλοι δηλώναμε Σαρλί. Έλλειψη ζέσης παρατηρήθηκε και στον δημόσιο λόγο. Λίγες ήταν οι επίσημες δηλώσεις, λίγα και τα ψηφιακά δάκρυα στο φέισμπουκ. Λες και ξαφνικά γίναμε ανάλγητοι και αναίσθητοι.

Κάποιοι, πίσω από αυτήν την αποστασιοποίηση είδαν μία ακόμη απόδειξη του αντιγερμανισμού που διακατέχει μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Και η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξέφρασαν τα αισθήματά τους, είτε κατηγορώντας τη Μέρκελ για την στάση της στο προσφυγικό, είτε απλώς επιχαίροντας για το κακό που βρήκε τη χώρα της. Είναι οι ίδιοι –οι φορείς της ίδιας λογικής, για να είμαστε πιο ακριβείς- που πανηγύριζαν βλακωδώς προ δεκαπενταετίας όταν γκρεμίζονταν οι δίδυμοι πύργοι. Σαν να μην ήταν ηλίου φαεινότερο πως ο κόσμος θα γινόταν πολύ χειρότερος έκτοτε. Σαν να μην είναι γνωστό στον καθένα που έχει λίγα δράμια μυαλό, πως τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από το φόνο αθώων ανθρώπων, είτε αυτοί βρίσκονται στην Καμπούλ και στο Χαλέπι, είτε στη Νέα Υόρκη και στις Βερολίνο.

Φαίνεται, όμως, πως ο βασικός παράγοντας της αδιαφορίας μας είναι ακόμη πιο τρομακτικός: Η συνήθεια. Έπειτα από τόσες πολύνεκρες επιθέσεις στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και αλλού, οι αιματοχυσίες δεν μας κάνουν πια ιδιαίτερη εντύπωση. Εντάχθηκαν στην κανονικότητα. Τις αντιμετωπίζουμε σαν παράπλευρες απώλειες, συμβατές με την κατάσταση των πραγμάτων.

Αν ο αριθμός των θυμάτων είναι πολύ μεγάλος, θα βάλουμε ένα σημαιάκι στο φέισμπουκ και ένα αναμμένο ρεσώ στα κάγκελα της αντίστοιχης πρεσβείας. Αν τα θύματα είναι λίγα, δεν μπαίνουμε καν στον κόπο. Είναι βέβαια θλιβερό και σκληρό. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ανθρώπινο, κομμάτι του μηχανισμού μας. Αν δεν πάρουμε αποστάσεις, αν δεν φορέσουμε κάποιου είδους παρωπίδες, είναι αδύνατο να συνεχίσουμε να λειτουργούμε.

«Ακόμα και έτσι, κάτι πρέπει να πούμε, κάτι πρέπει να κάνουμε», μού είπε στο τηλέφωνο ένας γερμανοσπουδαγμένος φίλος. «Ας ανταλλάξουμε προτάσεις με τους γνωστούς μας, για γερμανικές ταινίες ή βιβλία. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να πλησιάσουμε τον πολιτισμό αυτών των ανθρώπων που έφυγαν τόσο άδικα».

Αρχικά βρήκα την ιδέα του κάπως παιδαριώδη. Επειδή όμως είναι επίμονος άνθρωπος, υποσχέθηκα να βρω και να προτείνω τις δέκα αγαπημένες μου γερμανικές ταινίες. Έψαξα λοιπόν σε σκονισμένα ράφια και σάιτ, παρακολούθησα ξανά γνώριμες σκηνές, ανέσυρα ξεχασμένους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Επίσης, βρήκα τις προσωπικές μου συνδέσεις με τα συγκεκριμένα έργα. Θυμήθηκα πού και με ποιους τα είχα πρωτοδεί και προσπάθησα να αναπλάσω το αποτύπωμα που μού άφησαν.

Τελικά, μέσα από αυτή τη διαδικασία κατάλαβα πως ο φίλος μου είχε δίκιο. Η σκοτεινιά δεν πρόκειται βέβαια να υποχωρήσει έτσι εύκολα. Αν όμως θέλουμε να την πολεμήσουμε, έχουμε στα χέρια μας ένα όπλο απείρως πιο αποτελεσματικό από τα σημαιάκια και τα ρεσώ.

ΥΓ. Η εν λόγω δεκάδα, ξεκινώντας από την πιο πρόσφατη ταινία και καταλήγοντας στην παλαιότερη –και συμπτωματικά πιο αγαπημένη μου- είναι η παρακάτω. Αντιρρήσεις και προσθήκες δεκτές.

Η λευκή κορδέλα  του Μίχαελ Χάνεκε (2009)

Η πτώση του Όλιβερ Χιρσμπίγκελ (2004)

Φιτζκαράλντο του Βέρνερ Χέρτζοκ (1982)

Το υποβρύχιο του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν (1981)

Το ταμπούρλο του Φόλκερ Σλέντορφ (1979)

Ο Αμερικανός φίλος του Βιμ Βέντερς (1977)

H Αλίκη στις πόλεις του Βιμ Βέντερς (1974)

Αγκίρε η μάστιγα του Θεού του Βέρνερ Χέρτζοκ (1972)

Μ. Ο Δράκος του Ντύσελντορφ του Φριτς Λανγκ (1931)

Νοσφεράτου του Φρίντριχ Μουρνάου (1922)

21/12/2016

Η τέχνη τού να αποστρέφεις το βλέμμα

«Η ικανότητα των ανθρώπων να ξεχνούν ό,τι δεν θέλουν να γνωρίζουν, η ευκολία να αποστρέφουν το βλέμμα από αυτό που βρίσκεται μπροστά τους, σπάνια δοκιμάστηκε σε τέτοιο βαθμό όσο την περίοδο εκείνη» γράφει ο Ζέμπαλντ στο δοκίμιό του «Βομβαρδισμοί και Λογοτεχνία» (W. G. Sebald, «Η φυσική ιστορία της καταστροφής», εκδόσεις Άγρα, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης).

Ο συγγραφέας αναφέρεται στην περίοδο αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, σύμφωνα με την έρευνά του, οι περισσότεροι Γερμανοί είχαν αναπτύξει ένα είδος συλλογικής απάθειας και αδιαφορίας, αποφεύγοντας να ασχοληθούν τόσο με το προφανές –τις φριχτά ισοπεδωμένες πόλεις μέσα στις οποίες ζούσαν– όσο και με το πρόσφατο παρελθόν και τις ευθύνες που αναλογούσαν στον καθένα.

animal-acting-human-grandville-metamorphoses-5

Ανέτρεξα στο βιβλίο του Ζέμπαλντ την ημέρα που έγινε ο τελευταίος, μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, βομβαρδισμός στο Χαλέπι. Είχα μόλις διαβάσει ορισμένες ανταποκρίσεις και είχα δει στην οθόνη του λάπτοπ μου κάποιες από τις φωτογραφίες: τα αγκαλιασμένα πτώματα μιας μητέρας και των παιδιών της, έναν άντρα που κρατούσε στην αγκαλιά του έναν μπόγο τυλιγμένο σ’ ένα πανί, ένα κοριτσάκι με έκπληκτο βλέμμα που έβγαινε ζωντανό μέσα από το ανοιγμένο σαν κονσέρβα μπετόν.

Ταραγμένος ακόμα, κλίκαρα στη διπλανή καρτέλα όπου ήταν ήδη ανοιγμένο το φέισμπουκ. Αφού απάντησα σ’ ένα χιουμοριστικό πείραγμα και έριξα μια κουτσομπολίστικη ματιά σ’ έναν τσακωμό, παρατήρησα ότι ένας φίλος είχε προλάβει να κοινοποιήσει τη φωτογραφία με τα αγκαλιασμένα πτώματα. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος έκανε μια καινούρια ανάρτηση όπου ειρωνευόταν με απολαυστικό τρόπο μια δημοφιλή τηλεοπτική σειρά. Κατέκρινα, σιωπηλά, την ευκολία με την οποία πέρασε από το ένα θέμα στο άλλο. Μετά όμως σκέφτηκα πως και εγώ το ίδιο ακριβώς έκανα.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αποστρέφεις το βλέμμα. Οι Γερμανοί της δεκαετίας του ’40 αντιδρούσαν σαν να είχαν πάθει ομαδική τύφλωση και αμνησία. Σήμερα, έχει επικρατήσει ένας σαφώς πιο έξυπνος και λειτουργικός τρόπος: Δεν αποσιωπούμε το γεγονός, μα το παραχώνουμε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα. Βλέπουμε, για παράδειγμα, στα news feed των περισσότερων ενημερωτικών σάιτ να επικρατεί μια εντυπωσιακή ισονομία. Ο βομβαρδισμός στο Χαλέπι, οι διακοπές ενός σχεδιαστή στο Πόρτο Χέλι, η ήττα του Ολυμπιακού στη Λάρισα, η σέξι φωτογράφιση μιας τραγουδίστριας και ό,τι άλλο προκύψει, παρουσιάζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο… Ίδιο το μέγεθος της γραμματοσειράς, ίδιος ο χρόνος παραμονής σε προβεβλημένη θέση, ίδιες και οι διαφημίσεις που πετάγονται μπροστά σου όταν ανοίγεις την σελίδα.

Κάτι ανάλογο κάνουμε και οι απλοί χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Το ένα λεπτό κοινοποιούμε προτροπές για παροχή βοήθειας σε πρόσφυγες και άστεγους και το επόμενο αναρτούμε ένα βίντεο με το αστείο πάθημα μιας γάτας. Τη μία στιγμή θρηνούμε για τους άμαχους που καταπλακώθηκαν από μια βόμβα ρωσικής ή αμερικανικής κατασκευής και την επόμενη κάνουμε σκωπτικά σχόλια για τους Bradgelina και το διαζύγιό τους. Είναι μια εξελιγμένη τεχνική που μας επιτρέπει να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, χωρίς όμως και να χαλάμε ιδιαίτερα τη ζαχαρένια μας. Να έχουμε δηλαδή και την πίττα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.

«Από μια κοινωνία εντόμων», γράφει ο Ζέμπαλντ, «δεν περιμένει κανείς να βαρυπενθήσει για την καταστροφή της διπλανής μυρμηγκοφωλιάς. Από την ανθρώπινη φύση, όμως, επιβάλλεται έστω κάποια συναισθηματική συμμετοχή. Ιδωμένη από την άποψη αυτή, η μικροαστική συνήθεια των κατοίκων του βομβαρδισμένου Αμβούργου να εξακολουθούν να πίνουν τον καφέ τους καθισμένοι στο μπαλκόνι, έχει κάτι το τρομακτικά αλλόκοτο και σκανδαλώδες, όπως η θέα των ζώων του γελοιογράφου Grandville , που παρά την ανθρώπινη ένδυση και την εξοικείωσή τους με το μαχαιροπίρουνο, δεν παύουν να καταβροχθίζουν τα άτομα του ίδιου τους του είδους».

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice-Μικρόκοσμοι)

21/12/2016

Τα χρόνια της κομψότητας και της παρακμής

Είναι Τετάρτη πρωί και ο -για λίγες ακόμη εβδομάδες- πλανητάρχης, βαδίζει και φωτογραφίζεται ανάμεσα στα σύμβολα μιας άλλης «παγκόσμιας» κυριαρχίας: Τα κτίσματα της Ακρόπολης. Την ίδια περίπου ώρα, βαθιά μέσα στη γη, στον σταθμό της Ομόνοιας, γίνεται το αδιαχώρητο. Οι φωτεινές ταμπέλες αλλάζουν διαρκώς την ώρα άφιξης του επόμενου συρμού και ο κόσμος έχει φτάσει στα σκαλιά και στα όριά του. Νεύρα, αγανάκτηση, σαρκαστικά αστεία.

Επιτέλους, το τρένο εμφανίζεται. Καθώς πλησιάζει αργά, ένα επιφώνημα απελπισίας υψώνεται στο υπόγειο. Τα βαγόνια είναι ήδη φίσκα. Οι πόρτες ανοίγουν και οι «τυχεροί» που βρίσκονταν μπροστά τους επιχειρούν να μπουν. Οι απομέσα αντιστέκονται σθεναρά («Πού πας; Δεν το βλέπεις ότι δεν χωράς;»). Ένας εισβολέας αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει και βγαίνει σπρωχτός σχεδόν, έξω. Οι πόρτες ανοιγοκλείνουν καμιά εικοσαριά φορές και το τρένο αναχωρεί όσο αργά είχε φτάσει.

Στην αποβάθρα η γκρίνια φουντώνει. «Με ποιο δικαίωμα κλείνουν όλη την Αθήνα;» φωνάζει ένας κοτσονάτος γέροντας. Μια γυναικεία φωνή επαυξάνει: «Δεν πα να έχει έρθει και ο Θεός ο ίδιος!». «Σύριζα δε θέλατε;» λέει κάποιος. «Ναι, είδαμε και τους άλλους!», έρχεται καπάκι η απάντηση. Ο διάλογος συνεχίζεται: «Έλα πια μ’ αυτή την καραμέλα». «Γιατί; Ποιοι μας έφεραν εδώ;». «Τον είδες μωρέ τον χαπακωμένο πως χασμουριότανε;». «Ενώ ο Κούλης…». «Ποιος σου είπε ότι εγώ είμαι με τον Κούλη;». «Ρε, ένας που να αγαπάει την πατρίδα θα βρεθεί;» παρεμβάλλεται κάποιος και εισπράττει τα εύσημα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά καταφτάνει ο επόμενος συρμός. Καταφέρνω να τρυπώσω και να σταθώ face to face με έναν μουσάτο, ενώ ένας ώμος με πιέζει σα να θέλει να μας βάλει να φιληθούμε. Καθώς το τρένο σέρνεται προς την Βικτώρια, ακούμε ξαφνικά: «Καθάρματα, νεοταξίτες, σκατά να φάτε, κολασμένοι. Ο πάπας, ο πάπας, ο αντίχριστος». Στην αρχή ο άγνωστος μιλάει ήρεμα, σαν να κουβεντιάζει με έναν φίλο του. Σταδιακά, όμως, ο τόνος δυναμώνει: «Ο αράπης. Ο Εβραίος. Η Μέρκελ. Η πόρνη της Βαβυλώνος. Ο άντρας θα παντρεύεται με άντρα. Αρμαγεδδών». Μια γυναίκα τού κάνει αυστηρά «σουτ», ένας άντρας τον μαλώνει. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να τον εξαγριώσουν. Τώρα πια ουρλιάζει: «Τα σημεία των καιρών. Η νέα τάξη των πραγμάτων. Και η γη θα ανοίξει. Και θα καταπιεί το κτήνος. Ο Αρμαγεδδών!»

Στη Βικτώρια το τρένο μένει με ανοιχτές τις πόρτες για κανένα δεκάλεπτο. Αποφασίζω να βγω και να συνεχίσω με τα πόδια. Πάνω είναι χαρά θεού. Έχει λίγο κρύο, αλλά ο ουρανός είναι φωτεινός.

Σκέφτομαι τις προηγούμενες στιγμές. Θα μπορούσαν να αναγνωστούν και σαν μία αλληγορία για την εποχή μας: Ο όχλος που συνωθείται στις ανήλιαγες στοές, ενώ ο ηγέτης περιφέρεται ανάμεσα σε έργα τέχνης. Το παραλήρημα εκείνου του δυστυχή, που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τα άρθρα των «ανεξάρτητων» σάιτ από τα οποία ενημερώνεται μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας. Η τυφλή αγανάκτηση που φουντώνει, μα εγκλωβίζεται σε συγκεκριμένα, στενά και μισαλλόδοξα όρια. Ο πολιτικός λόγος που χάνει ένα ένα τα εργαλεία του. Ο ανθρωπισμός που αποτελούσε για δεκαετίες το προκάλυμμα μιας αχόρταγης εξουσίας και τώρα συντρίβεται –μονάχα αυτός- μπροστά στην επέλαση του λούμπεν αντισυστημισμού.

Αργότερα, στο σπίτι, θα δω τον POTUS (αρκτικόλεξο για το President Of The United States, όπως μάθαμε αυτές τις μέρες), να μιλάει μέσα στην κατακόκκινη όπερα του ΚΠΣΙΝ (γλωσσοδέτης για το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος). Είναι ένας σπουδαίος λόγος από έναν άψογο επαγγελματία. Από έναν γοητευτικό, φωτισμένο ηγέτη που όμως δεν κατάφερε ή δεν θέλησε να ανατρέψει την πορεία της παρακμής και έτσι αφήνει τον κόσμο σε χειρότερη κατάσταση από πριν. Αν στα επόμενα τέσσερα χρόνια μας επισκεφτεί ξανά κάποιος POTUS, αυτός θα είναι πορτοκαλής και θα ρουθουνίζει.

Την επόμενη μέρα κυκλοφόρησε και το βιντεάκι με τον Ομπάμα να μιλά πάνω στην Ακρόπολη –ίσως ο βασικός λόγος για τον οποίο ήρθε ως τα μέρη μας. Ο καιρός τού έκανε το κέφι. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και οι εικόνες με τον κομψό ηγέτη, τους κομψότερους κίονες και την πόλη στα πόδια τους, συγκλονιστικά όμορφες. Το θέμα είναι αν η ομορφιά προλαβαίνει να σώσει, για μία ακόμη φορά, τον κόσμο.

(πρώτη δημοσίευση Athens Voice-Μικρόκοσμοι 18/11/2016)

10/11/2016

Γέρικα σκυλιά στο πλοίο

Πέμπτη πρωί, στο πλοίο για Άνδρο-Τήνο-Μύκονο. Οι επιβάτες είναι σχετικά λίγοι και, σε αρκετές περιπτώσεις, ο προορισμός τους διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Αεράτα ζευγάρια για την πρώτη, αγενείς προσκυνήτριες για την δεύτερη, νεαροί με σαγιονάρες για την τρίτη.  Στη Μύκονο, πιθανολογώ, κατευθύνονται και οι -εμφανώς εύποροι- Ασιάτες που βρίσκονται στο πλοίο. Οι περισσότεροι Ιάπωνες έχουν την στερεοτυπική εμφάνιση του τουρίστα από την συγκεκριμένη χώρα (ρούχα εξερευνητή και ακριβή φωτογραφική μηχανή) ενώ οι Κινέζοι κυκλοφορούν κραδαίνοντας από ένα σελφοκόνταρο.

1928-001

Καθώς το πλοίο διασχίζει το Κάβο Ντόρο, κάνω μια βόλτα στο πάνω κατάστρωμα. Εκεί βρίσκεται μια οικογένεια Αμερικανών (ζευγάρι και δύο μικρά παιδιά). Κουβεντιάζουν ανέμελα και κοιτούν την Άνδρο που πλησιάζει γοργά. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας με μεγάλη φωτογραφική μηχανή. Τον είχα δει και νωρίτερα να τριγυρίζει χωλαίνοντας στο κατάστρωμα και να φωτογραφίζει τα πάντα –κάποια στιγμή, θαρρώ, είχε στρίψει το φακό του και προς τη μεριά μου.

Δίχως καθυστέρηση, σηκώνει σχεδόν με δυσκολία την μηχανή του, εστιάζει και φωτογραφίζει. Είναι ολοφάνερο πως το κάδρο του περιλαμβάνει και την οικογένεια των Αμερικανών. Οι γονείς κοιτιούνται για μια στιγμή και αντιδρούν συγχρονισμένα. Η μητέρα κάνει με το δάχτυλο «όχι». Ο πατέρας πιο ομιλητικός αλλά εξίσου απότομος, λέει στον Ιάπωνα ότι δεν του έδωσε κανείς το δικαίωμα να φωτογραφίσει τα παιδιά τους.

Εκείνος απαντά σε σπαστά αγγλικά ότι όλα είναι ΟΚ. Τραβά τις φωτογραφίες για να θυμάται το ταξίδι του. Και για να τις δείξει στα εγγόνια του, πίσω στην Ιαπωνία. Οι Αμερικανοί δεν πείθονται. Απαιτούν να δουν τη φωτογραφία και όταν αυτό γίνεται, λένε στον Ιάπωνα να τη σβήσει μπροστά τους. Εκείνος αναστενάζει, την σβήνει και έπειτα κάνει κάτι σαν υπόκλιση και απομακρύνεται. «Κανείς δεν μπορεί να φωτογραφίζει τα παιδιά μου!» φωνάζει στην πλάτη του ο πατέρας.

Η αντίδρασή τους, σκέφτομαι, ήταν στα σίγουρα υπερβολική. Όμως ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; Η φωτογραφία όπως την ξέραμε έχει πια πεθάνει. Τώρα φωτογραφίζουμε πιο συχνά την φάτσα μας παρά τους άλλους. Τώρα η κάθε λήψη είναι συνυφασμένη με την έκθεσή της στο διαδίκτυο και την ανεξέλεγκτη χρήση της. Κανείς λοιπόν δεν χαίρεται στην ιδέα ότι η εικόνα του παιδιού του -ή και του ίδιου ακόμα- θα κυκλοφορήσει παντού και θα γίνει έρμαιο στις ορέξεις του καθενός.

Στον δικτυωμένο κόσμο μας η ανηθικότητα βρίσκεται διαρκώς μπροστά μας. Μοιραία γινόμαστε καχύποπτοι, ίσως και υστερικοί. Στη Βικτωριανή εποχή, ο Λιούις Κάρολ (συγγραφέας της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» και πάστορας στο επάγγελμα) έστηνε κοριτσάκια σε ερωτικές πόζες και τα φωτογράφιζε για την προσωπική του συλλογή. Αν το έκανε σήμερα, το πρόσωπό του θα εμφανιζόταν προφίλ και ανφάς σε όλα τα ειδησεογραφικά σάιτ. Όμως δεν είναι μόνο τα ήθη που αλλάζουν. Τα πάντα μεταβάλλονται με ταχύτητα που ξαφνιάζει. Ανεξάρτητα λοιπόν από την ηλικία μας, νιώθουμε σαν τα γέρικα σκυλιά που καλούνται κάθε ώρα και στιγμή να μάθουν και από ένα νέο κόλπο.

Το μίνι επεισόδιο στο πλοίο ολοκληρώθηκε δίχως άλλα δράματα και πολύ σύντομα ξεχάστηκε. Έφτασα στον προορισμό μου -την Τήνο- και μπήκα αμέσως σχεδόν στο πνεύμα που επιβάλλει η γνώση ότι έχεις λίγα μόλις εικοσιτετράωρα για να αναπληρώσεις όσα έχασες τους προηγούμενους μήνες. Βοήθησε βέβαια και το μέρος (ένα ορεινό χωριό του νησιού) όσο και το ότι προσπάθησα να μη μαθαίνω τα πάντα για τα όσα ζοφερά συνέβαιναν στον κόσμο.

Καθώς βάδιζα έξω από ένα σπίτι στον Πύργο μια κυρία κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες για να δώσει ζεστά κουλουράκια σε κάποια άγνωστά της παιδιά. Στις στροφές πάνω από τα Λουτρά ένας οδηγός μπήκε αργά στο αντίθετο ρεύμα για να θαυμάσει τη θέα. Αντί να τον σκυλοβρίσω τον κοίταξα υπαινικτικά και εκείνος χαμογέλασε ζητώντας συγνώμη. Στην κορυφή του Ξώμπουργκου μια χαμογελαστή Γαλλίδα μού έκανε μάθημα γεωγραφίας απαριθμώντας τα νησιά που ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα. Στο Σκαλάδος δανείστηκα και ξεφύλλισα ένα βιβλίο γραμμένο από δύο καθολικούς ιερείς της περιοχής. Ήθη και έθιμα του χωριού. Παλιά προικοσύμφωνα και ανορθόγραφες διαθήκες. Μικρές ιστορίες αφανών προσώπων, το ίχνος των οποίων είναι εύκολο να παρασυρθεί από τον άνεμο: «Διαθίκι της Μαρίας του Γιάννη Πσάλτη. Αφίνο του Μάρκου το χοραφάκι όπου έχω απόξο από τα Βογδοκέλια, όμως να μην εμπορεί να μαζώνει τα σύκα διότι την συκιά την αφίνο στη Μαργαρίτα».

Σύμπτωση: Την ημέρα που ξεφύλλιζα το βιβλίο, στο κοντινό καθολικό μοναστήρι γινόταν η κηδεία του ενός εκ των δύο συγγραφέων. Είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα στα ογδοντατόσα του χρόνια. Ένιωσα την ανάγκη να του πω και εγώ ένα αντίο. Το έκανα το επόμενο πρωί καθώς βάδιζα πάνω από το χωριό του, σ’ ένα μονοπάτι πνιγμένο στα θυμάρια και τις φασκομηλιές. Εκεί ήταν που θυμήθηκα ξανά τον γηραιό Ιάπωνα του πλοίου. Τον φαντάστηκα να τριγυρνά ακόμα στο κατάστρωμα, με την μεγάλη φωτογραφική του μηχανή ανά χείρας, έτοιμος να καταγράψει μία ακόμη εικόνα από τον κόσμο του που χάνεται.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 20/7/2016)

10/11/2016

Μαζί

«Θέλετε να καθίσετε στο τραπέζι μας;». Η πρότασή τους με έκανε να νιώσω αμήχανα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου πολυαρέσει να τρώω μόνος στις ταβέρνες. Όμως από την άλλη, να πάρω τα πιάτα και τη μπύρα μου και να καθίσω με τρεις αγνώστους…

«Για να μην τρώτε μόνος. Κρίμα είναι» είπε η γυναίκα της παρέας. «Και ο καθένας πληρώνει τα δικά του, κανονικά».

Η φιλύποπτη πλευρά μου με συμβούλευε να αρνηθώ. Αν βρισκόμουν στην Αθήνα, μάλλον θα το είχα κάνει. Όμως, εκτός έδρας συχνά ο εαυτός μας γίνεται μέρος του τοπίου και τον παρατηρούμε από διαφορετική γωνία. Σαν να τραβάμε σέλφι.

Καθίσαμε λοιπόν μαζί. Δοκίμασα μία από τις ψητές σαρδέλες της γυναίκας («έτσι κι αλλιώς είναι πολλές, αποκλείεται να τις καταφέρω») και οι δύο άντρες μοιράστηκαν έναν από τους χορτοκεφτέδες μου. Εκείνοι έπιναν κρασί και κόκα κόλα. Εγώ συνέχισα με την μπύρα μου.

Ήταν οικογένεια. Πατέρας, γιος και κόρη. Μόνιμοι κάτοικοι Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πατέρας είχε κλείσει τα ογδόντα αλλά δεν του φαινόταν. Φορούσε κοντομάνικο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω. Στο τσεπάκι είχε τα τσιγάρα του. Μαλακό πακέτο, με το αναπτηράκι μέσα, για να μη χαθεί. Ο τρόπος που τα έβγαζε, έφερε στη μνήμη μου κάτι το πολύ οικείο.

Είχαν έρθει στο χωριό για να ανοίξουν λίγο το σπίτι και να κάνουν ένα μνημόσυνο για τη μητέρα. «Κάθε Κυριακή καλούσε για φαγητό γνωστούς και αγνώστους. Μας έχει μείνει, λοιπόν, και δεν μας πάει να τρώμε μόνοι».

Όταν κάθεσαι στο τραπέζι συζητάς. Είπαμε για το χωριό, για τον καιρό και για τις αμερικανικές εκλογές. Οι περισσότεροι ομογενείς θα ψηφίσουν Ρεπουμπλικάνους. Ο γιος θεωρεί τον Τραμπ καραγκιόζη, «αλλά τουλάχιστον αυτός δεν είναι του συστήματος». Ο πατέρας και η αδελφή είναι της παλιάς σχολής, δεν ανακοινώνουν ποτέ τι ψηφίζουν για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Του πρώτου, πάντως, του αρέσει πολύ το καρπούζι. Αυτό το είπε δυνατά για να το ακούσει ο σερβιτόρος, ο οποίος μας το έφερε χωρίς καθυστέρηση μαζί με τους δύο ξεχωριστούς λογαριασμούς.

Συζητήσαμε λίγο ακόμη, καθώς καθαρίζαμε αργά τα κομμάτια μας από τα κουκούτσια. Σύντομες κουβέντες για την Τουρκία, για το ντόπιο τυρί, για ένα χωράφι εκεί πιο πάνω που ανήκε σε έναν γνωστό τους και μέσα βρήκανε αρχαία, για τους Ολυμπιακούς και για τον Ολυμπιακό.

Κάναμε φιλότιμες προσπάθειες για να βρούμε κοινούς τόπους και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέραμε. Είναι αυτή η παράξενη δύναμη του στρωμένου τραπεζιού που επιβάλλει αμβλύνσεις, συμβιβασμούς και ανοχή. Ένας αρχαίος μηχανισμός, φτιαγμένος για να συντηρεί αόρατους δεσμούς. Για να μας αναγκάζει να βρούμε την κατάλληλη απόσταση, όμοια με τους σκαντζόχοιρους στην παραβολή του Σοπενχάουερ: «Μια παγερή χειμωνιάτικη μέρα, μερικοί σκαντζόχοιροι στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλο για να προστατευτούν από το κρύο. Σύντομα όμως άρχισαν να ενοχλούνται από τα αγκάθια του διπλανού τους και απομακρύνθηκαν. Όταν η ανάγκη για ζεστασιά τους έφερε πάλι κοντά, επαναλαμβανόταν η ενόχληση από τα αγκάθια. Έτσι βρίσκονταν για ώρα ανάμεσα σε δύο κακά, μέχρι που κατάφεραν να πετύχουν την κατάλληλη απόσταση ώστε να ανεχτούν ο ένας τον άλλον».

«Ε, τώρα που φάγαμε μαζί, γίναμε λίγο συγγενείς» είπαν όταν τους αποχαιρέτησα. «Αν σε φέρει ο δρόμος από το Σικάγο, να μας αναζητήσεις».

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 24/8/2016)

25/08/2016

Οι αποσυνάγωγοι της παραλίας

«Αν σκάψεις εδώ που πατάμε, ξέρεις τι θα βρεις;»

Ο κύριος Στέλιος, πατέρας ενός καλού φίλου μου, είναι βέρος Πειραιώτης και έχει πάθος με την ιστορία της πόλης του και με τον Ολυμπιακό. Όταν μού έκανε την παραπάνω ερώτηση βολτάραμε καμιά εκατοστή μέτρα από το λιμάνι, στο υψωματάκι πάνω από την πύλη Ε3. Μπροστά μας μια μεγάλη λευκή πολυκατοικία που μοιάζει να είναι εδώ και πολλά χρόνια στα τελειώματα. Ακριβώς δίπλα ένα μεγαλούτσικο άχτιστο οικόπεδο. Υπέθεσα ότι το μέρος θα έχει κάποιο αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

«Καμία σχέση», απάντησε. «Χύσι θα βρεις. Πολύ χύσι» (ξέχασα να πω ότι ο κύριος Στέλιος είναι και αρκετά αθυρόστομος). «Εδώ ακριβώς που πατάμε ήταν τα περίφημα Βούρλα».

Τα περίφημα Βούρλα, όπως έμαθα εκείνο το απόγευμα, ήταν ένας περιτοιχισμένος χώρος, που φιλοξενούσε για παραπάνω από μισό αιώνα όλους ανεξαιρέτως τους οίκους ανοχής του Πειραιά. Δημιουργήθηκε γύρω στο 1875, όταν ακόμα η περιοχή ήταν μακριά από τα όρια της πόλης και λειτούργησε έτσι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μια κάπως αστεία λεπτομέρεια: ο εργολάβος ο οποίος στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκε και τα σπίτια νοικιάζοντάς τα σε προαγωγούς και σωματέμπορους, ονομαζόταν Μπόμπολας. Απλή συνωνυμία, βεβαιώνει ο κύριος Στέλιος.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στη γνωστή μελέτη του «Το μπουρδέλο», κατατάσσει τα Βούρλα στην κατηγορία «στρατώνας», διαχωρίζοντάς τα από την τυπική «γειτονιά των πορνείων» όπως ήταν η Τρούμπα και η Μπάρα στη Θεσσαλονίκη –για την οποία γράφει και τα περισσότερα, καθώς ήταν και ο ίδιος τακτικός θαμώνας. Ήταν φυσικά ένα ζοφερό γκέτο, όπου βασίλευαν η ανθρώπινη εκμετάλλευση και τα αφροδίσια νοσήματα. Τα δε «κορίτσια» (ηλικίας από 15 έως 70 ετών) μπορούσαν να βγουν από την πύλη μόνο με ειδική άδεια.

«Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία διώροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12 + 12) δωμάτια- ήτοι εν συνόλω 72 δωμάτια = 72πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων και στο πάνω πάτωμα έμενε ή αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλο του, την έστηνε στην πορτάρα κα περίμενε» (Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο)

Έπειτα από την μικρασιατική καταστροφή η πόλη μεγάλωσε και η μάντρα περικυκλώθηκε από τα προσφυγικά χαμόσπιτα. Η συνύπαρξη κράτησε για καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Τελικά, πάρθηκε η απόφαση τα Βούρλα να αδειάσουν. Τα πορνεία διασκορπίστηκαν σε άλλες γειτονιές, πριν συγκεντρωθούν σιγά σιγά στην Τρούμπα. Το κτιριακό συγκρότημα πάντως δεν πήγε χαμένο. Στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε σαν φυλακή -μια ταιριαστή οπωσδήποτε χρήση- κάτι που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, με την ονομασία «Δικαστικές Φυλακές Πειραιώς». Η κατεδάφιση έγινε γύρω στο 1970.

Καθώς ο ήλιος έπεφτε, κάναμε και ένα πέρασμα από το λιμάνι. Η Ε3 ήταν ακόμη γεμάτη από τις πολύχρωμες σκηνές των προσφύγων. Ανάμεσα σ’ αυτές και στη θάλασσα, δύο μεγάλα πούλμαν περίμεναν στωικά, με αναμμένες τις μηχανές, να γεμίσουν ώστε να κατευθυνθούν στα «κέντρα φιλοξενίας». Τις επόμενες μέρες ξεκίνησε η προσπάθεια να μεταφερθούν οι πρόσφυγες στην Ε1, η οποία βρίσκεται ακόμη πιο μακριά από το κέντρο του λιμανιού και τα μάτια των ταξιδιωτών του Πάσχα.

Φαίνεται πως η πρακτική του αυστηρού διαχωρισμού και του κρυψίματος κάτω από το χαλί είναι διαχρονική, διαπολιτισμική και πανανθρώπινη. Και δεν περιορίζεται στον κόσμο των ζωντανών. Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη για το βιβλίο του Πετρόπουλου, πέτυχα και το «Πτώματα πτώματα πτώματα» του ιδίου. Είναι ένα ολιγοσέλιδο ανάγνωσμα για γερά στομάχια που αναφέρεται στους κάθε λογής και παράταξης δολοφονημένους της Κατοχής και του Εμφυλίου στη Θεσσαλονίκη. Νυχτερινές πορείες μελλοθανάτων, μαζικές εκτελέσεις, ομαδικοί τάφοι σε απόμερα σημεία. Λιτές περιγραφές μιας αρχετυπικής φρίκης. Παραθέτω μία από τις λιγότερο μακάβριες παραγράφους.

«Από την κερασιά και πέρα, στα βορειοδυτικά, η επιφάνεια της κακοτράχαλης γης (της γεμάτης μπάζα από κάποιο παλιό βαρόσι) σχημάτιζε πολλές-πολλές καμπουρίτσες: ήσανε οι τάφοι των τουφεκισμένων. Αυτοί οι τάφοι δεν είχανε μήτε πλάκα, μήτε σταυρό, μήτε τίποτα. Ή κάθε μάνα ήξερε τον τάφο του παιδιού της από ένα μικρό σημάδι (παλουκάκι, τούβλο, κονσερβοκούτι κτλ.). Κάπου-κάπου ερχότανε στο, επισήμως ανύπαρκτο, Νεκροταφείο των Τουφεκισμένων μια χαροκαμένη και σιγόκλαιγε, ενώ από την πίσω σκοπιά της φυλακής ό χωροφύλακας κοίταγε με περιέργεια».

Καθώς αντιγράφω το απόσπασμα από το βιβλίο, έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό μου οι φωτογραφίες από τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στο φαληρικό δέλτα. Οι αλυσοδεμένοι σκελετοί, παραχωμένοι μακριά από τα επίσημα νεκροταφεία των ανθρώπων. Αποσυνάγωγοι και αυτοί, μιας μακρινής, μα ανάλογα σκληρής εποχής.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 18/4/2016)

29/05/2016

Αγάπα την περσόνα σου

…ως σεαυτόν

Ας φανταστούμε κάποιον, για παράδειγμα έναν συνάδελφο στο γραφείο, ο οποίος κάθε φορά που μας πετυχαίνει στον διάδρομο ή στο στενό κουζινάκι με την καφετιέρα, μας στριμώχνει και αρχίζει να κοκορεύεται για τις επιτυχίες του. Κάποιον άλλον που, κάθε δέκα λεπτά, βγάζει τη μούρη του πάνω από το διαχωριστικό πλεξιγκλάς για να εκθειάσει ή να σκυλοβρίσει το ίδιο πάντοτε κόμμα, ποδοσφαιρική ομάδα ή καλλιτέχνη. Κάποιον τρίτο που, είκοσι φορές μέσα στη μέρα, ανεβαίνει πάνω στο γραφείο του και αφού χτυπήσει ένα καμπανάκι για να τραβήξει την προσοχή όλων, διαλαλεί τι έφαγε, πού πήγε και τι ψώνισε.

Προφανώς θα θεωρούσαμε πως έχουμε να κάνουμε με προβληματικούς τύπους που, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας. Σίγουρα δε, όσο καλόκαρδοι και ανεκτικοί και αν είμαστε, θα τους κατατάσσαμε στους κουραστικούς ανθρώπους και θα αποφεύγαμε τη στενή παρέα μαζί τους.

Ας μεταφέρουμε τώρα το σκηνικό από τον πραγματικό στον ψηφιακό κόσμο και δη σε εκείνον των social media. Τίποτα πια δεν μοιάζει παράλογο. Όλοι μας έχουμε πλήθος από τέτοιους «φίλους». Μάλιστα (τι παράξενο!) επιβραβεύουμε με λάικ τις αναρτήσεις τους όπως και εκατοντάδες άλλοι, ενώ υποδεχόμαστε με χαρά τα λάικ τους στις δικές μας αναρτήσεις -οι οποίες συχνότατα διαπνέονται από μια αντίστοιχη εμμονή.

125267-281165

H Bettie Page φωτογραφημένη από τον Weegee (1955)

Αν γκουγκλάρουμε την λέξη «περσόνα», θα πέσουμε αμέσως πάνω στον ορισμό του Καρλ Γιουνγκ: ένα περίπλοκο σύστημα σχέσεων που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ατομική συνείδηση και στην κοινωνία. Ένα είδος μάσκας, σχεδιασμένο για να κάνει στους άλλους μια συγκεκριμένη έντονη εντύπωση και ταυτόχρονα να καμουφλάρει την πραγματική μας φύση. Ο Γιουνγκ δεν βρίσκει εξαρχής κάτι προβληματικό σ’ αυτό –ειδικά όσο βρισκόμαστε στο πρώτο μισό της ζωής μας. Πρόκειται για μια φυσιολογική αμυντική λειτουργία, για ένα αναγκαίο κακό που μας προφυλάσσει από τις κακοτοπιές. Άλλωστε, κατά μία έννοια, η περσόνα είναι κάτι αποκλειστικά δικό μας, κατασκευασμένη –και- από υλικά που πηγάζουν από πολύ βαθιά.

Στον πραγματικό κόσμο έχουμε στην κατοχή μας αρκετές τέτοιες μάσκες για να τις φοράμε ανάλογα με την συγκυρία και την σύμβαση της στιγμής. Άλλη θα φορέσουμε όταν συνομιλούμε με τον εργοδότη μας, άλλη όταν φλερτάρουμε στο μπαρ και άλλη όταν συμβουλεύουμε τα παιδιά μας. Αν μιλήσουμε στον εργοδότη με τον τρόπο που απευθυνόμαστε στον άγνωστο του μπαρ ή στα παιδιά μας θα έχουμε πρόβλημα.

Στον παράξενο κόσμο των social media, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να χρησιμοποιείς όλα σου τα προσωπεία. Ακόμα και αν έχεις καταρτίσει λίστες και έχεις βάλει τους στενούς σου φίλους χωριστά από τους απλούς γνωστούς, τους συνεργάτες σου ή τη μαμά σου -ώστε η κάθε κατηγορία να βλέπει συγκεκριμένες μόνο αναρτήσεις- το σχήμα είναι εξαιρετικά περίπλοκο για να λειτουργήσει. Μεσολαβούν η απόσταση, η απρόσωπη επαφή, το πλήθος των ανθρώπων και των προσωπείων που αλληλεπιδρούν, τα κάθε λογής τρολ που τινάζουν τα πάντα στον αέρα…

Μοιραία, καταλήγουμε σε μία και μόνο περσόνα και πορευόμαστε με αυτήν σε όλη την φεϊσμπουκική μας ζωή. Οι πάντες, άλλωστε, το ίδιο κάνουν. Άλλος μοιάζει να είναι μόνιμα νευριασμένος, άλλος μοιράζει αγάπη ολούθε, άλλος είναι ανεξάντλητος χωρατατζής, άλλος μετριοπαθής φιλόσοφος, άλλος ψυχοπονιάρης φιλάνθρωπος και άλλος εξοργισμένος επαναστάτης.

Κοινώς, αποκρύπτουμε πια όχι μόνο τις μύχιες σκέψεις μας και την πολυπλοκότητα της φύσης μας, μα και όλα τα υπόλοιπα προσωπεία μας. Δημιουργούμε έτσι μια παραπειστική εικόνα του εαυτού μας που, παραδόξως, γίνεται εύκολα πιστευτή από τους άλλους. Το ακόμα πιο παράδοξο είναι πως πειθόμαστε και εμείς οι ίδιοι και, όσο τουλάχιστον βρισκόμαστε online, ταυτιζόμαστε απόλυτα με την συγκεκριμένη περσόνα μας.

Την εποχή που η διαδικτυακή μας παρουσία καταλάμβανε μικρό μόνο μέρος της ημερήσιας επαφής μας με τους άλλους, το πρόβλημα ήταν διαχειρίσιμο. Τώρα, όμως, τα social media κατέχουν συχνά τη μερίδα του λέοντος. Τα πάντα σχεδόν περνούν μέσα από εκεί. Μας απασχολούν ακόμα και τις -λίγες- ώρες που δεν είμαστε online. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο παραμορφωτικός καθρέφτης που μόνοι μας δημιουργήσαμε, αντικατοπτρίζει πια και την offline ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Δυστυχώς για την περσόνα μας η ζωή εκεί έξω εξακολουθεί να διέπεται από τους δικούς της νόμους. Και ενώ στο φέισμπουκ εισπράττουμε ύμνους για την ομορφιά, το πνεύμα και την καλοσύνη μας, στον πραγματικό κόσμο δεν σταυρώνουμε γκόμενο/α. «Μα γιατί δεν πουλάει το βιβλίο μου;» αναρωτιόταν τις προάλλες μια φίλη συγγραφέας. «Αφού στο φέισμπουκ γίνεται χαμός μόλις αναρτώ κάτι για αυτό». Αλλά και αντίστροφα: «Τι παράξενο… Ενώ στο φέισμπουκ δεν μου δίνει κανείς σημασία, τούτοι εδώ οι ηλίθιοι δείχνουν να με συμπαθούν». Όλη αυτή η δυσαρμονία, προστιθέμενη στα υπόλοιπα ζοφερά που συμβαίνουν γύρω μας, μάς καταθλίβει, μάς αποσυντονίζει, μάς κάνει να αισθανόμαστε αποτυχημένοι και μικροί.

Καθώς έψαχνα στο Google τον ορισμό της λέξης «περσόνα», έπεσα πάνω σε διάφορες συμβουλές του Γιουνγκ, τις οποίες κάποιος είχε συγκεντρώσει για εμάς τους βιαστικούς. Για παράδειγμα: «Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, οφείλει να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει τις πλουσιότερες σοδειές γνώσης».

Και μία ακόμη: Να στοχεύουμε στην εξατομίκευση. Να πασχίσουμε ώστε να γίνουμε πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί από την περσόνα μας. Έτσι μας συμβούλευε ο Γιουνγκ πριν από πολλές δεκαετίες, όταν ακόμα δεν υπήρχε το Facebook.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 6/4/2016)

13/05/2016

Θαυμαστός Μεσαίωνας

Το Δεκαήμερο του Βοκάκιου και οι κινηματογραφικές μεταφορές του

 

«Όμως δεν θα ήθελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς».

 (Βοκάκιος, Το Δεκαήμερο)
Στα μέσα του 14ου αιώνα η Ευρώπη βίωσε μια δοκιμασία από εκείνες που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική μνήμη. Ήταν η επιδημία της βουβωνικής πανώλης, ο μαύρος θάνατος που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την ήπειρο, ερημώνοντας πόλεις και χωριά και προκαλώντας μια σειρά από κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις. Πολλές από αυτές αξιολογήθηκαν αργότερα ως θετικές: τα δυσεύρετα εργατικά χέρια απέκτησαν μεγαλύτερη αξία, το φαινόμενο της δουλοπαροικίας μαράζωσε, το βιοτικό επίπεδο για τους επιζώντες βελτιώθηκε, οι επιστήμες της ιατρικής και της φαρμακευτικής εξελίχθηκαν… Ακόμη, ο φόβος του θανάτου ξύπνησε σε μεγάλο μέρος του υγιούς πληθυσμού την αγάπη για την ζωή. Οι γεννήσεις πολλαπλασιάστηκαν, τα αυστηρά ήθη χαλάρωσαν και, όταν πέρασε το πρώτο κύμα της επιδημίας, παρατηρήθηκε μια ροπή προς τις τέχνες και γενικά τις γήινες απολαύσεις.

Boccaccio1516Berlino

Μέσα σε αυτήν την ταραγμένη –γεμάτη με θρήνο αλλά και αναδημιουργία- περίοδο, ένας φλωρεντινός ονόματι Τζοβάνι Μποκάτσο, έφερνε στο φως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά έργα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Το βιβλίο που ολοκληρώθηκε το 1353 είχε τον τίτλο “Decameron” και ήταν μια μεγάλη συλλογή μικρών ιστοριών, οι περισσότερες από τις οποίες προϋπήρχαν στην προφορική παράδοση. Ο Βοκάκιος τις συγκέντρωσε, τις ξεσκαρτάρισε και τις επαναδιατύπωσε, όχι στην γερασμένη και δυσκίνητη λατινική γλώσσα , αλλά στην  ολοζώντανη και γεμάτη χυμούς και χάρη φλωρεντινή διάλεκτο της εποχής.

Σαν συνδετική ύλη ανάμεσα στα διηγήματα, επινόησε μια κεντρική ιστορία: Δέκα πρόσωπα, επτά όμορφες νέες και τρεις χαριτωμένοι νέοι, αφήνουν την χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία και καταφεύγουν σε μια έπαυλη στους μαγευτικούς λόφους του Φιέζολε. Ήδη έχει δημιουργηθεί μια λογοτεχνικά ερεθιστική αντίστιξη. Από την μία μεριά το μεγάλο θανατικό, που ο Βοκάκιος περιγράφει συγκλονιστικά στην αρχή και από την άλλη η ζωντάνια και η ευθυμία της νιότης. Πώς όμως θα περάσουν τον χρόνο τους στην απομόνωση οι δέκα νέοι; Θα αφηγούνται ιστορίες. Κάθε μέρα το κάθε πρόσωπο θα διηγείται από μία. Στις δέκα λοιπόν μέρες που θα μείνουν εκεί, θα ειπωθούν εκατό σύντομες ή λιγότερο σύντομες αφηγήσεις με επίκεντρο τον έρωτα. Άλλες είναι κωμικές και άλλες συγκινητικές. Άλλες διακρίνονται από τόλμη και ελευθεριάζουσα διάθεση και άλλες περιγράφουν ευφάνταστες φάρσες και κατεργαριές. Όλες όμως ξεχειλίζουν από ρυθμό, γοητεία και αυθεντικότητα, προσφέροντάς μας μια πάλλουσα, πολύμορφη και αρκετά διαφορετική από εκείνη που οι περισσότεροι έχουμε στο μυαλό μας εικόνα για τη ζωή στην προαναγεννησιακή Ιταλία.

Ο Παζολίνι, οι Ταβιάνι και οι άλλοι

1bis_-Pier-Paolo-Pasolini-Il-giudizio-universale-Frame-da-Decameron-1971

Ένα τέτοιας σημασίας και αφηγηματικού εύρους έργο ήταν βέβαια αδύνατο να αγνοηθεί από την έβδομη τέχνη. Η κινηματογραφική ιστορία του Δεκαήμερου απλώνεται σε περισσότερα από 100 χρόνια. Η αρχή έγινε με το «πρωτόγονο» -και δυσεύρετο σήμερα- Il Decamerone” (1912) του Τζενάρο Ριγκέλι που περιέχει τρείς ολιγόλεπτες ιστορίες, ενώ ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας είναι το πρόσφατο «Θαυμάσιος Βοκάκιος» (“Maraviglioso Boccaccio”, 2015) των αδελφών Ταβιάνι –η έξοδος του οποίου στις ελληνικές αίθουσες την τελευταία ακριβώς μέρα του 2015, αποτέλεσε την αφορμή για τούτο το μικρό αφιέρωμα. Ενδιαμέσως μπορούμε να βρούμε δεκάδες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές που διασκευάζουν (ή εμπνέονται από) τις ιστορίες του Δεκαήμερου. Ενδεικτικά αναφέρουμε το βουβό «Decameron Nights» (1924) του Χέρμπερτ Γουίλκοξ, το «O αρχάγγελος Γαβριήλ και η κυρία Χήνα»  (“Archandel Gabriel a paní Husa”, 1964) του Τσέχου μάστορα του stop motion animation και των μαριονέτων Γίρι Τρνκα, αλλά και το σπονδυλωτό «Βοκάκιος 70» (“Boccaccio 70”, 1962) των Φελίνι, Βισκόντι, Ντε Σίκα και Μονιτσέλι που, αντιγράφοντας την ιδέα του Δεκαήμερου, εξερευνά τα ερωτικά ήθη της δεκαετίας του 1960.

Η κινηματογραφική διασκευή, όμως, που αναδεικνύει καλύτερα το πνεύμα το αρχικού κειμένου, δεν είναι άλλη από το «Δεκαήμερο» (“Il Decameron”) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Γυρισμένη το 1971, η ταινία αυτή αποτελεί το πρώτο μέρος της λεγόμενης «τριλογίας της ζωής» -τα άλλα δύο είναι τα «Οι μύθοι του Καντέρμπουρυ» (“I racconti di Canterbury”, 1972) και «Χίλιες και μία νύχτες» (“Il fiore delle mile e una note”, 1974). Ήταν η εποχή που ο μεγάλος Ιταλός δημιουργός επιχειρούσε μια στροφή στην γραφή του, αναζητώντας δρόμους έκφρασης εγγύτερους σε έναν λαϊκό, ευρείας κατανάλωσης κινηματογράφο. Το έκανε βέβαια με τους δικούς του όρους. Δίχως να ωραιοποιεί το παρελθόν, δίχως να καταφεύγει σε αφηγηματικές και μορφικές ευκολίες και, κυρίως, δίχως να υποτιμά την νοημοσύνη του θεατή. Οι διάλογοι προφέρονται στο ναπολιτάνικο λαϊκό ιδίωμα, ενώ οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι είτε ερασιτέχνες, είτε …πρώην ερασιτέχνες που πήραν το «βάπτισμα του πυρός» σε κάποιο παλιότερο φιλμ του Παζολίνι (πχ οι Νινέτο Νταβόλι και ο Φράνκο Τσίτι). Εμφανίζεται όμως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης στο ρόλο του ζωγράφου Τζιότο. Οι σεκάνς (οχτώ στον αριθμό) είναι κατά βάση κωμικές και εικονογραφούν ένα πλήθος από τολμηρές, σεξουαλικές, ακόμα και σκατολογικές περιπέτειες. Συνδέονται δε νοηματικά μέσα από τον έρωτα και την προσπάθεια για την απόκτηση του αντικειμένου του πόθου. Σε αντίθεση με τα γυαλιστερά κοστούμια και τα λουστραρισμένα σκηνικά που χρησιμοποιούνταν συνήθως στα φιλμ εποχής, ο Παζολίνι και ο -νεαρός τότε, αλλά πασίγνωστος και πολυβραβευμένος σήμερα- σκηνογράφος Ντάντε Φερέτι, προτίμησαν μια βρώμικη, φθαρμένη, μα γεμάτη αυθεντικότητα αισθητική προσέγγιση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ανατρεπτικό, αντικληρικό και αντικομφορμιστικό πνεύμα του σεναρίου, καθιστά την ταινία έναν ύμνο στα επίγεια πάθη, στην «σωματικότητα» και κατ’ επέκταση στην ίδια τη ζωή.

Maraviglioso-Boccaccio-decameron

Σε τελείως διαφορετική λογική κινήθηκαν οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι στην δική τους εκδοχή του Δεκαήμερου. Οι γηραιοί, αλλά πάντοτε μάχιμοι κινηματογραφιστές επέλεξαν να ξεκινήσουν όπως και ο Βοκάκιος. Αφιερώνοντας δηλαδή κάποιες σκηνές στα όσα φοβερά συνέβαιναν στην χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία: σωροί από πτώματα στους δρόμους, γονείς που επιλέγουν να ταφούν ζωντανοί μαζί με τα νεκρά παιδιά τους, άνθρωποι που τριγυρνούν κρατώντας λουλούδια μπροστά στη μύτη τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγουν την αρρώστια…  Έπειτα γνωρίζουμε τα πρόσωπα που καταφεύγουν στην εξοχή (όλες και όλοι νέοι ταλαντούχοι Ιταλοί ηθοποιοί) και αρχίζουν οι αφηγήσεις των ιστοριών. Σε αντίθεση όμως με το βιβλίο όπου οι εύθυμες αφηγήσεις είναι σαφώς περισσότερες από τις δραματικές, στο “Maraviglioso Boccaccio” γίνεται το αντίστροφο: οι δραματικές όχι μόνο υπερτερούν, αλλά είναι και οι πιο δυνατές κινηματογραφικά. Και οι μεν και οι δε, πάντως, διακρίνονται από έντονο στυλιζάρισμα, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια προσπάθεια αισθητικής ωραιοποίησης του Μεσαίωνα. Με τον τρόπο αυτό οι ιστορίες του Βοκάκιου χάνουν τον λαϊκό και «γήινο» χαρακτήρα τους και τοποθετούνται σε ένα πιο «πνευματικό» περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε πολλές εντυπωσιακές οπτικοακουστικές συνθέσεις –είναι άλλωστε γνωστή η ικανότητα των Ταβιάνι να χτίζουν δυνατές σκηνές με την συνδρομή του ήχου και της μουσικής- αλλά σαφώς λιγότερες στιγμές αυθεντικής κινηματογραφικής συγκίνησης.

Το βιβλίο στα ελληνικά

Ακόμη κι έτσι, παραμένει εντυπωσιακό το γεγονός πως εξήμισι αιώνες από την ημέρα που ο Βοκάκιος ολοκλήρωσε το χειρόγραφό του, το Δεκαήμερο εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον, μα και να μας προκαλεί να ασχοληθούμε μαζί του έστω και μέσα από το φίλτρο που, μοιραία, επιβάλλει η εποχή μας. Και βέβαια, το καλύτερο μέσο για να το κάνουμε είναι το ίδιο το λογοτεχνικό έργο. Στα ελληνικά, ολόκληρο το κείμενο θα το βρούμε μόνο στην δίτομη έκδοση που κυκλοφορεί από τα «Γράμματα» και κοσμείται από τις ξυλογραφίες της ιταλικής έκδοσης του 1492. Κυρίως όμως κοσμείται από την μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, η οποία μας δίνει μια ευκρινέστατη εικόνα τόσο για τον ιταλικό ύστερο Μεσαίωνα όσο και για το μεστό, παιγνιώδες ύφος του συγγραφέα του Δεκαήμερου.

(Πρώτη δημοσίευση, Ο Αναγνώστης, Ιανουάριος 2016)