22/06/2012

Τα βιβλία μου

 

DSC01059a

LesxiAllokotonPlasmaton_Hartis-Exofyllo1

περισσότερα…

 

Advertisements
19/08/2017

Εμείς, οι αθώοι ξενιστές

Μεταφέροντας τα στερεότυπα του μίσους από γενιά σε γενιά

Κυριακή απόγευμα στο Γκάζι. Δύο γιγάντια βυτιοφόρα, αντλούν υπομονετικά το νερό της βροχής που έχει συγκεντρωθεί στον χώρο μπροστά από τη σκηνή της Τεχνόπολης. Όταν η δουλειά ολοκληρωθεί, οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Τσίρκου θα γίνουν κανονικά. Έχει μαζευτεί μπόλικος κόσμος. Οι περισσότεροι είναι γονείς, συγγενείς και φίλοι των μικρών παιδιών τα οποία πηγαίνουν σε μια αθηναϊκή σχολή ακροβατικών.

Τα βυτιοφόρα αποχωρούν, παίρνοντας μαζί τους μια έντονη αποφορά. Τα φώτα στη σκηνή δυναμώνουν και οι παραστάσεις ξεκινούν. Πρώτο βγαίνει ένα σχήμα ενηλίκων προερχόμενο από μεγάλο ελληνικό νησί. Ζογκλέρ, ισορροπιστές και μουσικοί. Τσιγγάνικα τραγούδια, ένα κοντραμπάσο, παλιομοδίτικα κοστούμια, πουκάμισα με λαχούρια, όμορφα  κορίτσια και αγόρια… Μια ευχάριστη μποέμ ατμόσφαιρα.

46-893x600 (1)

Ώσπου εμφανίζεται και ο (ας τον πούμε) κλόουν της ομάδας. «Έρχεται από τη Βενετία», μάς πληροφορεί χαρούμενος ο εκφωνητής. «Και είναι ένας τσιγκούναρος γέρο τραπεζίτης». Τον κοιτάζω καλύτερα. Φοράει ψηλό σκουφί, ανατολίτικη βράκα και μια ψεύτικη καμπούρα. Κρατάει έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα γεμάτο, υποτίθεται, με γραμμάτια και μετοχές, ενώ στη μούρη του έχει μια αποκρουστική μάσκα με γαμψή μύτη και κρεμαστά φρύδια.

Μιλά με επιτηδευμένα στριγκή φωνή και προσπαθεί με κάθε τρόπο να φανεί αντιπαθής και γλοιώδης. «Όλοι μου χρωστάτε, όλους εδώ μέσα σας έχω», λέει στο κοινό χτυπώντας τον χαρτοφύλακά του. Ή: «Θέλω να αγοράσω μια νέα γυναίκα για να κάνει μασάζ στις γέρικες πατούσες μου». Την ίδια στιγμή, για όποιον δεν κατάλαβε, οι μουσικοί παίζουν με μπρίο το «Χάβα Ναγκίλα». Το γνωστότερο τραγούδι της εβραϊκής λαϊκής παράδοσης.

Είναι λοιπόν ένας Σάιλοκ. Ή, πιο σωστά, η στερεοτυπική μορφή του εβραίου όπως αυτή εμφανιζόταν στις σκοτεινότερες περιόδους του αντισημιτισμού. Η ίδια ακριβώς καρικατούρα που φιλοξενούσε σε κάθε φύλλο της η εφημερίδα Der Stürmer, το βασικό όργανο της αντισημιτικής προπαγάνδας στη ναζιστική Γερμανία. Ένα στερεότυπο που σε πείσμα της λογικής εξακολουθεί να επιβιώνει και να χρησιμοποιείται από ανθρώπους κάθε μορφωτικού επιπέδου, ιδεολογίας και αισθητικής. Από τους νεοναζί και την ψεκασμένη δεξιά, μέχρι τα μποέμ τυπάκια που χαίρεσαι να κάνεις παρέα μαζί τους.

Η ιστορική διαδρομή του συγκεκριμένου στερεότυπου (του γαμψομύτη, πονηρού και συνωμότη εβραίου) είναι εντυπωσιακή. Άλλοτε κλέβει τα χριστιανόπουλα για να τους ρουφήξει το αίμα και άλλοτε δανείζει εκ του πονηρού τους νοικοκυραίους για να υφαρπάξει τις περιουσίες τους. Άλλοτε μεταδίδει μικρόβια και ασθένειες στην άρια φυλή και άλλοτε τα βάζει αποκλειστικά με τον ελληνισμό -έτσι για το γινάτι του. Άλλοτε κινεί τα νήματα του διεθνούς καπιταλισμού και άλλοτε οργανώνει επαναστάσεις και φέρνει τους μπολσεβίκους στην εξουσία. Άλλοτε βρίσκεται πίσω από τον Χίτλερ και το Ολοκαύτωμα (ναι έχει ειπωθεί και αυτό) και άλλοτε στέλνει το ΔΝΤ για να απομυζήσει τα διάφορα έθνη. Άλλοτε χρηματοδοτεί τον ISIS και ενορχηστρώνει το ριζοσπαστικό Ισλάμ και άλλοτε μαγειρεύει τα βραβεία Όσκαρ και καθορίζει τα κινηματογραφικά μας γούστα. Είναι ο αιώνιος, ο πιο βολικός και εύπλαστος αποδιοπομπαίος τράγος. Ένας κακός που πάει με όλα.

Πιθανότατα, ορισμένοι από εκείνους που μεταφέρουν ετούτες τις γκροτέσκ καρικατούρες από γενιά σε γενιά, να μην το κάνουν συνειδητά. Να μην είναι, δηλαδή, ορκισμένοι ρατσιστές ή μισάνθρωποι. Αυτή ακριβώς όμως είναι η δύναμη των στερεοτύπων του μίσους. Είναι πάντοτε εύκαιρα και δρουν αυτόνομα. Φωλιάζουν στα κατώτερα ένστικτά μας. Μας χρησιμοποιούν σαν φορείς και ξενιστές, μέχρι που, όταν γιγαντώνονται, καταπίνουν και εμάς τους ίδιους.

Έπειτα όμως από τόσα παραδείγματα, έπειτα από τόσα πογκρόμ και λουτρά αίματος, κανείς δεν δικαιούται να δηλώνει αθώος. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίζει πως δεν γνώριζε.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 7/6/2017 – φωτογραφία Christina Carcia Rodero)

19/08/2017

Μόρτικα και παντελονάτα

Προκάτ λαϊκότητα και σεξισμός στον πολιτικό λόγο

Μέχρι τα μέσα των 90s μια βαριά σκιά σκέπαζε την, διαχρονικά, βασανισμένη πατρίδα μας: Η ξύλινη γλώσσα των πολιτικών. Αυτή έφταιγε που «οι νέοι μας» γυρνούσαν την πλάτη στα κόμματα και στην πολιτική. Αυτή ευθυνόταν που ξημερώνονταν στα κλαμπ ή γίνονταν ρέιβερς και χόρευαν εκστασιασμένοι στα ξέφωτα και στις ρεματιές. Πιστοί στο καθήκον, οι τηλεοπτικοί αστέρες κήρυξαν ανένδοτο αγώνα εναντίον της.

Καλούσαν, ας πούμε, έναν επίδοξο βουλευτή και μόλις εκείνος ξεκινούσε το ποίημά του τον διέκοπταν. «Μιλάτε ξύλινη γλώσσα!» του έλεγαν. Έντρομος τότε εκείνος ψέλλιζε κάτι παλαιικά καλιαρντά χειροτερεύοντας ακόμα περισσότερο τη θέση του. Όταν η κατάσταση έγινε ασφυκτική, ανέλαβαν δράση οι επικοινωνιολόγοι και εξήγησαν στους πελάτες τους πως οφείλουν να μάθουν να μιλούν όπως οι ψηφοφόροι τους. Δεν μπορείς δηλαδή να εκλέγεσαι στη Β’ Πειραιώς και να ακούγεσαι σαν λόγιος ή σαν φλώρος. Πρέπει να γίνεις λίγο μόρτης, λίγο καραμπουζουκλής. Επιπλέον, το λαϊκό στοιχείο αρέσει και στις «καλές γειτονιές», αφού και εκεί νεόπλουτοι είναι οι περισσότεροι.

Η τάση φυσικά προϋπήρχε. Ο Ανδρέας σκόρπιζε λαϊκές εκφράσεις στους λόγους του, ενώ ο Φλωράκης και ο Αβέρωφ χρησιμοποιούσαν συχνά ντοπιολαλιά και παροιμίες του βουνού και του λόγγου. Μετά όμως από τα 90s το φαινόμενο πήρε διαστάσεις. Το σήκωνε άλλωστε και η εποχή. Οι επιφυλλίδες των εφημερίδων είχαν πάψει να θυμίζουν δοκίμια και κάποιοι διακεκριμένοι αρθρογράφοι είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν το γνωστό αρχοντορεμπέτικο ύφος που έχουν μέχρι σήμερα.

Τα χρόνια πέρασαν και η μαγκιά στον πολιτικό λόγο έγινε κοινός τόπος. Ένα πεδίο στο οποίο ο καθένας μπορεί να προσθέσει το δικό του άγγιγμα. Ο Γιακουμάτος παριστάνει τον λαϊκό μπουνταλά, ο Λοβέρδος είναι και του σαλονιού και του λιμανιού, ο Μεϊμαράκης το παίζει βαρύμαγκας, ο Τσίπρας στραβώνει το στόμα… Η ποθούμενη λαϊκότητα αναζητείται σε κάθε λογής μετερίζια. Παραδόξως εξακολουθούν να έχουν πέραση οι βουκολικές εκφράσεις («ξύνεσαι στην γκλίτσα του τσομπάνη» είπε κάποια στιγμή ο Καμμένος και ένα άρωμα σαρακατσάνικης στάνης ξεχύθηκε στα έδρανα της βουλής). Η ποπ και η τηλεοπτική κουλτούρα έχουν και αυτές το μερίδιο τους. Εκείνος ο έρμος ο Χάρι Πότερ, έχει μπει στο στόμα όλων σχεδόν των πολιτικών («Δεν έχω το ραβδάκι του Χάρι Πότερ», «Παριστάνετε τον Χάρι Πότερ» κλπ) ενώ, όπως αναμενόταν, τελευταία παίζει πολύ το Survivor.

Με διαφορά, πάντως, οι έλληνες πολιτικοί προτιμούν τις εκφράσεις μαγκιάς. Αυτές που έρχονται από τα βάθη του παλιού πειραιώτικου υποκόσμου και ξεχειλίζουν από αντριλίκι, σεξισμό και ομοφοβία. «Δεν φοράς παντελόνια», «Είσαι τσάμπα μάγκας», «Είναι ντιντήδες και σαλονάτοι», «Όχι τσαμπουκά σ’ εμένα», «Έλα να γλείψεις τον δικό μου που είναι πιο ωραίος». Κάποιοι διάλογοι, όπως αυτοί των Πολάκη-Γεωργιάδη θα έμπαιναν άνετα σε μια κακή επιθεώρηση: «Λες μπούρδες κρεμαστές», «Μη με κόβεις! Τώρα μουρμού!», «Είσαι κότα λειράτη», «Μη μου κάνεις εμένα τσιριτζάκια», «Θα σου ξεριζώσω τα μουστάκια, γαϊδούρι». Όμως, οι λαϊκές εκφράσεις κρύβουν και παγίδες. «Πέτσινο» αποκάλεσε το νικητήριο γκολ του τελικού κυπέλλου ο Κυριάκος Μητσοτάκης και έβαλε απέναντί του τον περήφανο λαό του ΠΑΟΚ.

To κεφάλαιο που αφορά τη Χρυσή Αυγή είναι φυσικά μεγάλο («Βγήκε από την μπουζού η πρεζού;», «Σκάσε μωρή», «Κάτσε κάτω ρε χοντρέ», «Πάλι πιωμένη είσαι;», «Μαντάμ Τσακαλώτου», είναι λίγες από τις πιο ήπιες φράσεις). Αν δεν μιλούσαμε για μια εγκληματική οργάνωση, οι ατάκες θα μπορούσαν να προσφέρουν και άφθονο γέλιο («Μόλις γά… μια αδελφή», είπε πρόσφατα ο κοινοβουλευτικός της εκπρόσωπος, κάνοντας δίχως να το καταλάβει το δικό του outing).

Αρκετοί μέσα στη βουλή αντιστέκονται και κατακρίνουν αυτόν τον λόγο. Το κάνουν όμως μόνο στην περίπτωση που τους συμφέρει πολιτικά. Παράδειγμα: Όταν ο Σαμαράς καυχήθηκε πως είναι της αντρικής σχολής, η τότε πρόεδρος της βουλής και σύσσωμο το κυβερνητικό στρατόπεδο τον κατηγόρησε ως ακραίο σεξιστή. Όταν την επόμενη μέρα ο Καμμένος έσκουζε «στα τέσσερα, στα τέσσερα!» ούτε η πρόεδρος, ούτε και οι υπόλοιποι –που τώρα την λοιδορούν- είπαν το παραμικρό.

Φυσικά, ο κουτσαβάκικος λόγος επιστρατεύεται αποκλειστικά από τους άντρες πολιτικούς. Μια γυναίκα γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να μιλά έτσι αν θέλει να έχει ψηφοφόρους. Όχι, το εκλογικό σώμα δεν τα σηκώνει αυτά από το φύλο της. Όσες λοιπόν θέλουν να παραστήσουν τις μαχητικές εκπροσώπους του λαού, ακολουθούν υποχρεωτικά ένα νευρωτικά ανυποχώρητο στυλ. Κάτι ανάμεσα σε σπαστικιά σύζυγο και αγχωτική μάνα. Αυτές είναι, άλλωστε, οι μόνες γυναικείες φιγούρες που η ελληνική κοινωνία ανέχεται σε θέσεις εξουσίας.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 24/5/17)

19/08/2017

Παιδιά στον πόλεμο, παιδιά στο Instagram

«Ο ήχος από τα κόκκαλα που σπάνε»

«Ακούγονταν όλων των ειδών οι ιστορίες για τον πόλεμο, έτσι που σου δινόταν η εντύπωση πως εξελισσόταν σε μια άλλη, μακρινή χώρα. Μόνο όταν άρχισαν να περνούν από την πόλη μας οι πρόσφυγες καταλάβαμε ότι διεξαγόταν στη χώρα μας».

Ξαναδιαβάζω το βιβλίο «Επιστροφή στη ζωή» του Ισμαήλ Μπεά. Είναι ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Μια αληθινή ιστορία από τα ξεχασμένα πια 90s. Ο συγγραφέας ήταν ένα από τα χιλιάδες παιδιά που αρπάχτηκαν από τα χωριά τους στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου στη Σιέρα Λεόνε. Στρατολογήθηκε με τη βία σε μία από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, έμαθε να σκοτώνει και διέπραξε, θέλοντας και μη, αδιανόητα εγκλήματα. Ήταν επίσης ένα από τα ελάχιστα τυχερά παιδιά. Δραπέτευσε, περιπλανήθηκε για μήνες στη ζούγκλα, ξέφυγε. Είπε την ιστορία του, πείστηκε να την γράψει, ταξίδεψε μακριά, γνώρισε μια άλλη όψη του κόσμου και κέρδισε τη ζωή του. Πραγματικά σπάνια περίπτωση.

Τα περισσότερα παιδιά-στρατιώτες εκείνου του πολέμου δεν κατάφεραν να γλιτώσουν. Όσα δεν σκοτώθηκαν στις μάχες, εκτελέστηκαν από τους αντιπάλους. Όσα δεν εκτελέστηκαν, πέθαναν από τύφο ή AIDS. Όσα δεν πέθαναν, πληγώθηκαν ανεπανόρθωτα σωματικά και ψυχολογικά. Η μοίρα των κοριτσιών ήταν, φυσικά, ακόμη χειρότερη. Στα δέκα ή τα δώδεκα χρόνια τους έπρεπε να ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορέξεις ολόκληρων λόχων. Την επόμενη μέρα το πρωί έπαιρναν και εκείνα το όπλο και συμμετείχαν σε μάχες, επιδρομές και κάθε είδους εγκλήματα.

Θυμήθηκα το βιβλίο του Μπεά καθώς έβλεπα μια από τις παραστάσεις που παίχτηκαν στο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Δώδεκα παιδιά από το πρώτο λύκειο Ασπροπύργου, δούλεψαν πάνω σε μια ανάλογα συγκλονιστική ιστορία, ένα έργο της γαλλίδας Σουζάν Λεμπό με τίτλο «Ο ήχος από τα κόκκαλα που σπάνε». Δύο παιδιά-στρατιώτες, ερμηνευμένα διαδοχικά ή και ταυτόχρονα από όλους τους ηθοποιούς επί σκηνής, δραπετεύουν και ψάχνουν τον δρόμο του γυρισμού. Μια ιστορία χωρίς χαρούμενο τέλος.

Για μία περίπου ώρα βλέπαμε τα «δικά μας παιδιά», αυτά που ζουν λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις γειτονιές μας και μιλούν σαν εμάς, να έχουν προσεταιριστεί τη μοίρα εκείνων των «άλλων παιδιών». Στο τέλος της παράστασης, όταν οι έφηβοι ηθοποιοί αναστατωμένοι από το απότομο καταλάγιασμα της υπερέντασης και από την επιστροφή των σωμάτων τους στην πρότερη συνθήκη υποκλίνονταν, οι περισσότεροι ενήλικες θεατές ήμασταν δακρυσμένοι. Ίσως από ενοχές για την άγνοια ή την αδιαφορία μας.

Απρόσμενη η αντίδρασή μας. Εδικά αν σκεφτεί κανείς ότι συνήθως τα γνωρίζουμε όλα. Όταν ξεσπά μία ακόμη σύγκρουση, όταν γίνεται ένα ακόμη πολύνεκρο περιστατικό, πριν ακόμη καταμετρηθούν τα θύματα εμείς έχουμε κιόλας βγάλει την ετυμηγορία μας. Έχουμε οχυρωθεί στα χαρακώματά μας και δεν υποχωρούμε εκατοστό. Παράδειγμα, το πιο πρόσφατο έγκλημα στη Συρία. Με το που μαθεύτηκε, οι μισοί γνωρίζαμε ότι ήταν έργο των Άσαντ και Πούτιν και οι άλλοι μισοί ήμασταν βέβαιοι πως επρόκειτο για προβοκάτσια των Αμερικανών. Όσο για τις τρομερές φωτογραφίες με τα, σαν κοιμισμένα, νεκρά παιδιά, εκείνες «στόλιζαν» τα timeline και των δύο παρατάξεων. Τα παιδιά, άλλωστε, είναι το αδύνατό μας σημείο. Στο όνομά τους τα κάνουμε όλα. «Για να έχουν ένα καλύτερο μέλλον» τονίζουμε σε κάθε ευκαιρία και εισπράττουμε λάικς σε αφθονία.

Η οικογένεια Τραμπ είναι και εκείνη ευαίσθητη στο συγκεκριμένο ζήτημα. Οι φωτογραφίες από την Συρία έκαναν τη Ιβάνκα Τραμπ να γράψει στο Twitter πως νιώθει «heartbroken and outraged» και τον πατέρα της να διαπιστώσει πως «Ακόμα και όμορφα βρέφη δολοφονήθηκαν αποτρόπαια από την βαρβαρική αυτή επίθεση». Έπειτα ο Πρόεδρος, με βαριά καρδιά καθώς πρόδιδε τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, έστειλε τους Τόμαχοκ. Η δε Ιβάνκα δημοσίευσε στο Instagram μια φωτογραφία, στην οποία κάθεται σ’ ένα παχύ γκρίζο χαλί, έχοντας στο πλάι της ένα άλλο όμορφο βρέφος. Τον χαριτωμένο, χαμογελαστό και ευτυχώς ολοζώντανο γιο της, Θίοντορ.

Τόσο η ίδια, όσο και το παιδάκι φορούν ρούχα σε ουδέτερους τόνους, ώστε να ταιριάζουν με το ντεκόρ του δωματίου. Μια λευκή δερμάτινη τσάντα είναι τοποθετημένη σε στρατηγικό σημείο πάνω στο χαλί, ενώ το μοναδικό στοιχείο της εικόνας που δημιουργεί αντίθεση είναι οι κατακόκκινες γόβες στα πόδια της προεδρικής κόρης. Και τα δύο αυτά αξεσουάρ, έχουν γίνει ήδη ανάρπαστα.

«Τα μεγαλύτερα παιδιά χάνονταν σε σκέψεις όταν συζητούσαν με τους πρεσβύτερους», γράφει ο Ισμαήλ Μπεά. «Δεν ήταν μόνο εξαντλημένα και υποσιτισμένα, αλλά ήταν φανερό πως είχαν δει κάτι που τους αρρώσταινε τον νου, κάτι που δεν θα μπορούσαμε να το αποδεχτούμε αν μας έλεγαν τα πάντα».

«Επιστροφή στη ζωή», του Ismael Beah (εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Δημήτρης Μιχαήλ)

«Ο ήχος από τα κόκκαλα που σπάνε» της Suzanne Lebeau. Από μαθητές του 1ου ΓΕΛ Ασπροπύργου, σκηνοθεσία 3d Person Theatre Group – Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου 2017, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

 

(Πρώτη δημοσίευση: Athens Voice 11/4/17)

02/06/2017

O καιρός των Ελλήνων

Σαββατοκύριακο εθνικής εορτής και αλλαγής ώρας

25η  Μαρτίου. Η ημέρα ξεκινά ηλιόλουστη και ζεστή. Καθώς το σπίτι σείεται από τα σμήνη των σινούκ που κατευθύνονται στο Σύνταγμα, αποφασίζουμε να πάμε εκδρομή στο Τατόι. Φτάνοντας, ανακαλύπτουμε πως την ίδια ακριβώς ιδέα είχαν χιλιάδες ακόμη συμπολίτες μας. Κάποιοι έχουν κουβαλήσει πτυσσόμενα τραπεζάκια και καρέκλες. Τρώνε κρύο μπακαλιάρο με σκορδαλιά μέσα από μεγάλα τάπερ. Ξαπλώνουμε και εμείς στο φρέσκο χορτάρι, δίπλα στις μοβ ανεμώνες και τα χαμομήλια. Η φασαρία από τον κόσμο ανακατεύεται ευχάριστα με τους ήχους της φύσης. Από τον δρόμο ακούγονται επίμονα κορναρίσματα. «Κάποιος τρόμπας θα τον έχει κλείσει», μου εξηγεί, δίχως να τον ρωτήσω, ένας περαστικός.

Bruce Davidson_brooklyn-etats-unis-1959

Παραδίπλα, μια παρέα συζητά φωναχτά για το Survivor. Οι γυναίκες τα χώνουν στην Ευρυδίκη, επειδή κατά τη γνώμη τους αδίκησε τον Αγγελόπουλο. Οι άντρες βιώνουν έναν εσωτερικό διχασμό. Από τη μία συμφωνούν πως ο τελευταίος, μαζί με τον Σπαλιάρα, είναι «οι μόνοι αληθινοί εκεί μέσα». Παράλληλα, όμως, κατηγορούν τις γυναίκες ψηφοφόρους για μεροληψία. «Έτσι όπως το πάτε, ούτε θηλυκή μαϊμού δεν θα μείνει στο παιχνίδι», λέει ένας.

Στα θερινά ανάκτορα τα παράθυρα είναι σφραγισμένα με κόντρα πλακέ. Μια μαμά, καθισμένη δίπλα στην κάποτε εντυπωσιακή βασιλική πισίνα, αφηγείται στην πεντάχρονη κόρη της την ιστορία των Γλίξμπουργκ με τη μορφή παραμυθιού. «Και έτσι, όταν η πριγκίπισσα Σοφία μεγάλωσε, παντρεύτηκε έναν όμορφο πρίγκιπα από την Ισπανία που τον έλεγαν Χουάν Κάρλος. Μετά, ο πρίγκιπας έγινε βασιλιάς και η Σοφία, σαν γυναίκα του που ήταν, έγινε βασίλισσα». Το παιδάκι αναστενάζει συνεπαρμένο.

Στην επιστροφή, το αντίθετο ρεύμα της εθνικής έχει φρακάρει από τα στρατιωτικά οχήματα που φεύγουν από την παρέλαση. Στο ραδιόφωνο η ροή του προγράμματος διακόπτεται απότομα και μια φωνή ανακοινώνει πως θα ακούσουμε το τραγούδι που θα μας εκπροσωπήσει στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον. «Δεν είναι και τόσο χάλια», σχολιάζουμε.

Όσο λείπαμε, στην επικαιρότητα έπαιζαν τα γνωστά επετειακά θέματα: Η σέξι καθηγήτρια που έκλεψε την παράσταση. Η παρελαύνουσα με τη μουσουλμανική μαντήλα που δίχασε. Ο νεαρός που δεν έστρεψε την κεφαλή προς τους επίσημους. Ο πανεπιστημιακός που ξεσκεπάζει τους μύθους για την επανάσταση. Υπήρξε πραγματικά το κρυφό σχολειό; Τι ακριβώς έγινε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου του 1821; Τι είπε ο Καραϊσκάκης λίγο πριν πεθάνει και πώς αυτό συνδέεται με τους δανειστές και την τρόικα; Πότε επιτέλους θα κλείσει η αξιολόγηση;

Νέα είδηση: Η Ραχήλ Μακρή επισκέφτηκε το ιστορικό σπήλαιο Μελιδονίου στο Ρέθυμνο, όπου κατά την Τουρκοκρατία σφαγιάστηκαν 370 γυναικόπαιδα. Εκεί ανακοίνωσε την ίδρυση ενός καινιούριου πολιτικού φορέα. «Το Μέτωπο Νίκης αποτελείται από πολίτες, με διάθεση να αγωνιστούν για την ανατροπή του καθεστώτος που υπάρχει στην Ελλάδα εδώ και επτά χρόνια», δήλωσε η ίδια.

Η κουβέντα για το Survivor δεν λέει να τελειώσει. Όταν οι οπαδοί κουράζονται, αναλαμβάνουν δράση οι πολέμιοι. Πάντα δε, υπάρχει και ένας που δεν έχει τηλεόραση, την έχει πετάξει εδώ και πέντε χρόνια στα σκουπίδια. Βέβαια, δεν χρειάζεται πια να έχεις τηλεόραση για να βλέπεις τηλεόραση. Εκείνος όμως νιώθει την ανάγκη να το πει ξανά και ξανά.

Αν πάντως διέθετε τηλεόραση, θα διαπίστωνε πως το προηγούμενο βράδυ παίχτηκε για τεσσαρακοστή έκτη φορά (τόσα χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που γυρίστηκε) η ταινία «Παπαφλέσσας» σε παραγωγή Τζέιμς Πάρις και σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ έπεσε ξανά νεκρός στο Μανιάκι και ο Στέφανος Στρατηγός ως Ιμπραήμ, του φίλησε το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού.

Ανήμερα την 25η Μαρτίου, ο  Αντ1 πρόβαλε την «Μαντώ Μαυρογένους» του Κώστα Καραγιάννη, παραγωγής 1971, με την Τζένη Καρέζη στον ομώνυμο ρόλο. Η ΕΡΤ, πιο ψαγμένη, έπαιξε τον «Καιρό των Ελλήνων» του Λάκη Παπαστάθη. Ο Σκάι παραδόξως δεν είχε Survivor, αλλά το ματς της εθνικής Ελλάδας με την αντίστοιχη του Βελγίου. Αν και με δέκα παίκτες από το εξήντα πέντε, κρατούσαμε τη νίκη με νύχια και με δόντια. Τελικά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα ένα γκολ του Λουκάκου μας την στέρησε.

Πέσαμε για ύπνο με ανάμεικτα συναισθήματα και την Κυριακή ξυπνήσαμε σε σύγχυση. Έπρεπε να αλλάξουμε την ώρα στις ηλεκτρονικές μας συσκευές ή όχι; Τελικά καταλάβαμε ότι η αλλαγή είχε γίνει από μόνη της, ενώ εμείς κοιμόμασταν του καλού καιρού.

(πρώτη δημοσίευση A.V. 27/3/2017)

02/06/2017

Συμπαθώντας

Πέμπτη μεσημέρι στα επείγοντα ενός νοσοκομείου

Σύμφωνα με τα λεξικά, συμπάθεια λέγεται η ενστικτώδης έλξη, η συναισθηματικά θετική στάση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Επίσης, η συναίσθηση της δυστυχίας κάποιου και η διάθεση για βοήθεια. Προέρχεται από το ρήμα συμπάσχω (συν+πάσχω).

diane-arbus-1536

Μέχρι εδώ τα πάντα είναι απολύτως σαφή και κατανοητά. Εκείνο που κανένα λεξικό δεν εξηγεί, είναι το γιατί συμπαθούμε. Γιατί, ας πούμε, ξεχωρίζουμε ένα άγνωστο πρόσωπο μέσα σε ένα σύνολο εξίσου άγνωστων ανθρώπων και στεκόμαστε θετικά απέναντι σ’ αυτό, αδιαφορώντας ή και αντιπαθώντας όλους τους υπόλοιπους;

Βλέπουμε σ’ αυτό μια αόρατη συγγένεια, λένε κάποιοι. Κάτι συμβατό με εκείνο που εμείς οι ίδιοι θεωρούμε ότι είμαστε. «Ο συμπαθής άλλος», γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης  «είναι μια πλασματική προέκταση του εαυτού μας, κάτι σαν ζείδωρη παράφραση της δικής μας εσωτερικότητας». (Μυστικά της συμπάθειας)

Ακόμα και έτσι, η επιλογή της αδύνατης γυναίκας με το μάλλινο σκουφάκι παραμένει στα μάτια μου ανεξήγητη. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι. Βρισκόμασταν ήδη δύο ώρες έξω από την κόκκινη πόρτα των επειγόντων και ο φωτεινός πίνακας παρέμενε πεισματικά καρφωμένος στο νούμερο 96. «Τι θέλετε να κάνω;» απολογούνταν κάθε λίγο και λιγάκι ο απρόσμενα ευγενικός σεκιουριτάς. «Όλα τα κρεβάτια μέσα είναι πιασμένα. Μόλις μου πουν οι γιατροί θα πατήσω το κουμπί για να προχωρήσει».

Εμείς είχαμε το 38. Έπρεπε λοιπόν ο πίνακας να φτάσει αγάλι αγάλι στο 99, μετά να μηδενιστεί και να ξαναρχίσει να μετρά νούμερο το νούμερο, μέχρι κάποτε -τα μεσάνυχτα λογικά- να έρθει η σειρά μας. «Μην απελπίζεστε. Σε λίγο τα νούμερα θα αρχίσουν να φεύγουν πιο γρήγορα. Υπομονή», παρηγορούσε του πάντες ο σεκιουριτάς.

Γύρω μας, όλες οι φυλές των ασθενών και των συνοδών. Κωλοπετσωμένοι που μηχανεύονταν τρόπους για να παρακάμψουν τη σειρά, φωνακλάδες που διατυμπάνιζαν διαρκώς πως «όλοι τα ίδια σκατά είναι», παραιτημένοι που είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους, απελπισμένοι που βογκούσαν σιγανά, κατά φαντασίαν ασθενείς που ταλαιπωρούνταν δίχως λόγο, τσαμπουκαλεμένοι έτοιμοι να αρπαχτούν ανά πάσα στιγμή, κουτοπόνηροι που παρίσταναν ότι σφάδαζαν κάτω από τα ειρωνικά βλέμματα των, συνηθισμένων σε τέτοιου είδους καραγκιοζιλίκια, νοσηλευτών.

Κάποια στιγμή κατέφτασε με το ΕΚΑΒ και μια ακίνητη γερόντισσα με ορθάνοιχτο στόμα.  Το φορείο μπήκε κατά προτεραιότητα, δίχως νούμερο, μέσα από την κόκκινη πόρτα. Ένας τύπος πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο άνδρας του ΕΚΑΒ τον αποστόμωσε με συνοπτικές διαδικασίες: «Χρειάζεστε και εσείς νεκροψία, κύριε;»

Τη γυναίκα με το σκουφάκι δεν την είχα παρατηρήσει από την αρχή. Εκείνη όμως μας είχε δει και στα μάτια της θα φαινόμασταν κάπως έτσι: Μια μικρόσωμη γυναίκα σχεδόν αναίσθητη σε ένα άβολο καρεκλάκι. Ένας νεότερος άντρας που προσπαθούσε να τιθασεύσει την αγωνία του. Και μια συνομήλικη του γυναίκα με ανάλογο προφίλ. Παρουσιάστηκε λοιπόν μπροστά μας, κοίταξε δεξιά και αριστερά για έναν τελευταίο έλεγχο και τελικά έδωσε το νούμερό της σ’ εμάς.

«Έχω το 11. Πάρτε το», είπε.

«Και εσείς;» την ρωτήσαμε.

«Εγώ πάω σπίτι μου. Είναι αδύνατον να περιμένω άλλο».

Κάποιος με ατσάλινη ηθική θα μας έψεγε που το δεχτήκαμε και με αυτόν έστω τον τρόπο παρακάμψαμε τη σειρά. Αυτός ο κάποιος, όμως, μάλλον δεν θα έχει βρεθεί στα επείγοντα ενός ελληνικού νοσοκομείου σε μέρα γενικής εφημερίας. Σε κάθε περίπτωση το πήραμε. Αυτή είναι η αλήθεια. Η γυναίκα με το σκουφάκι πήγε στην έξοδο και εμείς, δύο τρεις ώρες αργότερα, διαβήκαμε την κόκκινη πόρτα.

«Έπρεπε να σας είχαν αφήσει να περάσετε αμέσως», μου είπε ο γιατρός που αποφάσισε την εισαγωγή.

Αργότερα, όταν η ασθενής είχε τακτοποιηθεί στον θάλαμο θυμήθηκα ότι είχα στην τσέπη μου το χαρτάκι με το νούμερο 38. Κατέβηκα γρήγορα στα επείγοντα έριξα μια ματιά στα πιο ταλαιπωρημένα πρόσωπα και το έδωσα στο πιο συμπαθητικό.

Κάποιος με ατσάλινη ηθική θα με έψεγε. Αυτός ο κάποιος, όμως, μάλλον δεν έχει βρεθεί ποτέ στα επείγοντα ενός ελληνικού νοσοκομείου σε μέρα γενικής εφημερίας.

(Πρώτη δημοσίευση A.V. 17/1/2017)

01/02/2017

Ο Γερμανός φίλος

Την Τετάρτη 21/12 το βράδυ, το δημαρχείο στην Αθηνάς «βάφτηκε» στα χρώματα της γερμανικής σημαίας. Ήταν μια συμβολική κίνηση, για να δείξουμε την αλληλεγγύη μας προς το χτυπημένο από την τρομοκρατία Βερολίνο. Το ίδιο είχε γίνει λίγους μήνες νωρίτερα με τη γαλλική σημαία. Το εγχείρημα, τότε, ήταν τεχνικά πιο εύκολο. Η γαλλική σημαία έχει τρεις κάθετες ρίγες, οπότε αρκούσαν τρεις προβολείς, σε ίσες αποστάσεις απέναντι από το κτίριο. Επιπλέον, το λευκό που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο μπλε και στο κόκκινο, βοηθάει στον διαχωρισμό και κάνει την εικόνα πιο ευδιάκριτη.

2-nosferatu

Τώρα, ο φωτιστής του δήμου συνάντησε δυσκολίες. Καταρχάς έπρεπε να στρέψει με τέτοιο τρόπο τους προβολείς από το έδαφος, ώστε να πετύχει τρεις ίσες σε πλάτος και ένταση οριζόντιες λωρίδες. Έπειτα, το πάνω πάνω κομμάτι έπρεπε να βγει μαύρο –κοινώς να μείνει αφώτιστο. Όμως η πόλη το βράδυ έχει μπόλικο φως από μόνη της, ενώ το κόκκινο χρώμα από την μεσαία λωρίδα ήταν δύσκολο να συμμαζευτεί και να μην αντανακλά και ψηλότερα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το αποτέλεσμα δεν ήταν και τόσο πετυχημένο.

Προβλήματα συνάντησε και μια συγκέντρωση μπροστά στο Ινστιτούτο Γκαίτε, η οποία οργανώθηκε στα γρήγορα από χρήστες των social media. Ευθύνεται και το κρύο, βέβαια. Ακόμη και έτσι, όμως, μαζεύτηκε λιγότερος κόσμος από όσο θα περίμενε κανείς. Καμία σχέση, για παράδειγμα, μ’ εκείνη τη συγκέντρωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, τότε που όλοι δηλώναμε Σαρλί. Έλλειψη ζέσης παρατηρήθηκε και στον δημόσιο λόγο. Λίγες ήταν οι επίσημες δηλώσεις, λίγα και τα ψηφιακά δάκρυα στο φέισμπουκ. Λες και ξαφνικά γίναμε ανάλγητοι και αναίσθητοι.

Κάποιοι, πίσω από αυτήν την αποστασιοποίηση είδαν μία ακόμη απόδειξη του αντιγερμανισμού που διακατέχει μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Και η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξέφρασαν τα αισθήματά τους, είτε κατηγορώντας τη Μέρκελ για την στάση της στο προσφυγικό, είτε απλώς επιχαίροντας για το κακό που βρήκε τη χώρα της. Είναι οι ίδιοι –οι φορείς της ίδιας λογικής, για να είμαστε πιο ακριβείς- που πανηγύριζαν βλακωδώς προ δεκαπενταετίας όταν γκρεμίζονταν οι δίδυμοι πύργοι. Σαν να μην ήταν ηλίου φαεινότερο πως ο κόσμος θα γινόταν πολύ χειρότερος έκτοτε. Σαν να μην είναι γνωστό στον καθένα που έχει λίγα δράμια μυαλό, πως τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από το φόνο αθώων ανθρώπων, είτε αυτοί βρίσκονται στην Καμπούλ και στο Χαλέπι, είτε στη Νέα Υόρκη και στις Βερολίνο.

Φαίνεται, όμως, πως ο βασικός παράγοντας της αδιαφορίας μας είναι ακόμη πιο τρομακτικός: Η συνήθεια. Έπειτα από τόσες πολύνεκρες επιθέσεις στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και αλλού, οι αιματοχυσίες δεν μας κάνουν πια ιδιαίτερη εντύπωση. Εντάχθηκαν στην κανονικότητα. Τις αντιμετωπίζουμε σαν παράπλευρες απώλειες, συμβατές με την κατάσταση των πραγμάτων.

Αν ο αριθμός των θυμάτων είναι πολύ μεγάλος, θα βάλουμε ένα σημαιάκι στο φέισμπουκ και ένα αναμμένο ρεσώ στα κάγκελα της αντίστοιχης πρεσβείας. Αν τα θύματα είναι λίγα, δεν μπαίνουμε καν στον κόπο. Είναι βέβαια θλιβερό και σκληρό. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ανθρώπινο, κομμάτι του μηχανισμού μας. Αν δεν πάρουμε αποστάσεις, αν δεν φορέσουμε κάποιου είδους παρωπίδες, είναι αδύνατο να συνεχίσουμε να λειτουργούμε.

«Ακόμα και έτσι, κάτι πρέπει να πούμε, κάτι πρέπει να κάνουμε», μού είπε στο τηλέφωνο ένας γερμανοσπουδαγμένος φίλος. «Ας ανταλλάξουμε προτάσεις με τους γνωστούς μας, για γερμανικές ταινίες ή βιβλία. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να πλησιάσουμε τον πολιτισμό αυτών των ανθρώπων που έφυγαν τόσο άδικα».

Αρχικά βρήκα την ιδέα του κάπως παιδαριώδη. Επειδή όμως είναι επίμονος άνθρωπος, υποσχέθηκα να βρω και να προτείνω τις δέκα αγαπημένες μου γερμανικές ταινίες. Έψαξα λοιπόν σε σκονισμένα ράφια και σάιτ, παρακολούθησα ξανά γνώριμες σκηνές, ανέσυρα ξεχασμένους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Επίσης, βρήκα τις προσωπικές μου συνδέσεις με τα συγκεκριμένα έργα. Θυμήθηκα πού και με ποιους τα είχα πρωτοδεί και προσπάθησα να αναπλάσω το αποτύπωμα που μού άφησαν.

Τελικά, μέσα από αυτή τη διαδικασία κατάλαβα πως ο φίλος μου είχε δίκιο. Η σκοτεινιά δεν πρόκειται βέβαια να υποχωρήσει έτσι εύκολα. Αν όμως θέλουμε να την πολεμήσουμε, έχουμε στα χέρια μας ένα όπλο απείρως πιο αποτελεσματικό από τα σημαιάκια και τα ρεσώ.

ΥΓ. Η εν λόγω δεκάδα, ξεκινώντας από την πιο πρόσφατη ταινία και καταλήγοντας στην παλαιότερη –και συμπτωματικά πιο αγαπημένη μου- είναι η παρακάτω. Αντιρρήσεις και προσθήκες δεκτές.

Η λευκή κορδέλα  του Μίχαελ Χάνεκε (2009)

Η πτώση του Όλιβερ Χιρσμπίγκελ (2004)

Φιτζκαράλντο του Βέρνερ Χέρτζοκ (1982)

Το υποβρύχιο του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν (1981)

Το ταμπούρλο του Φόλκερ Σλέντορφ (1979)

Ο Αμερικανός φίλος του Βιμ Βέντερς (1977)

H Αλίκη στις πόλεις του Βιμ Βέντερς (1974)

Αγκίρε η μάστιγα του Θεού του Βέρνερ Χέρτζοκ (1972)

Μ. Ο Δράκος του Ντύσελντορφ του Φριτς Λανγκ (1931)

Νοσφεράτου του Φρίντριχ Μουρνάου (1922)

21/12/2016

Η τέχνη τού να αποστρέφεις το βλέμμα

«Η ικανότητα των ανθρώπων να ξεχνούν ό,τι δεν θέλουν να γνωρίζουν, η ευκολία να αποστρέφουν το βλέμμα από αυτό που βρίσκεται μπροστά τους, σπάνια δοκιμάστηκε σε τέτοιο βαθμό όσο την περίοδο εκείνη» γράφει ο Ζέμπαλντ στο δοκίμιό του «Βομβαρδισμοί και Λογοτεχνία» (W. G. Sebald, «Η φυσική ιστορία της καταστροφής», εκδόσεις Άγρα, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης).

Ο συγγραφέας αναφέρεται στην περίοδο αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, σύμφωνα με την έρευνά του, οι περισσότεροι Γερμανοί είχαν αναπτύξει ένα είδος συλλογικής απάθειας και αδιαφορίας, αποφεύγοντας να ασχοληθούν τόσο με το προφανές –τις φριχτά ισοπεδωμένες πόλεις μέσα στις οποίες ζούσαν– όσο και με το πρόσφατο παρελθόν και τις ευθύνες που αναλογούσαν στον καθένα.

animal-acting-human-grandville-metamorphoses-5

Ανέτρεξα στο βιβλίο του Ζέμπαλντ την ημέρα που έγινε ο τελευταίος, μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, βομβαρδισμός στο Χαλέπι. Είχα μόλις διαβάσει ορισμένες ανταποκρίσεις και είχα δει στην οθόνη του λάπτοπ μου κάποιες από τις φωτογραφίες: τα αγκαλιασμένα πτώματα μιας μητέρας και των παιδιών της, έναν άντρα που κρατούσε στην αγκαλιά του έναν μπόγο τυλιγμένο σ’ ένα πανί, ένα κοριτσάκι με έκπληκτο βλέμμα που έβγαινε ζωντανό μέσα από το ανοιγμένο σαν κονσέρβα μπετόν.

Ταραγμένος ακόμα, κλίκαρα στη διπλανή καρτέλα όπου ήταν ήδη ανοιγμένο το φέισμπουκ. Αφού απάντησα σ’ ένα χιουμοριστικό πείραγμα και έριξα μια κουτσομπολίστικη ματιά σ’ έναν τσακωμό, παρατήρησα ότι ένας φίλος είχε προλάβει να κοινοποιήσει τη φωτογραφία με τα αγκαλιασμένα πτώματα. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος έκανε μια καινούρια ανάρτηση όπου ειρωνευόταν με απολαυστικό τρόπο μια δημοφιλή τηλεοπτική σειρά. Κατέκρινα, σιωπηλά, την ευκολία με την οποία πέρασε από το ένα θέμα στο άλλο. Μετά όμως σκέφτηκα πως και εγώ το ίδιο ακριβώς έκανα.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αποστρέφεις το βλέμμα. Οι Γερμανοί της δεκαετίας του ’40 αντιδρούσαν σαν να είχαν πάθει ομαδική τύφλωση και αμνησία. Σήμερα, έχει επικρατήσει ένας σαφώς πιο έξυπνος και λειτουργικός τρόπος: Δεν αποσιωπούμε το γεγονός, μα το παραχώνουμε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα. Βλέπουμε, για παράδειγμα, στα news feed των περισσότερων ενημερωτικών σάιτ να επικρατεί μια εντυπωσιακή ισονομία. Ο βομβαρδισμός στο Χαλέπι, οι διακοπές ενός σχεδιαστή στο Πόρτο Χέλι, η ήττα του Ολυμπιακού στη Λάρισα, η σέξι φωτογράφιση μιας τραγουδίστριας και ό,τι άλλο προκύψει, παρουσιάζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο… Ίδιο το μέγεθος της γραμματοσειράς, ίδιος ο χρόνος παραμονής σε προβεβλημένη θέση, ίδιες και οι διαφημίσεις που πετάγονται μπροστά σου όταν ανοίγεις την σελίδα.

Κάτι ανάλογο κάνουμε και οι απλοί χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Το ένα λεπτό κοινοποιούμε προτροπές για παροχή βοήθειας σε πρόσφυγες και άστεγους και το επόμενο αναρτούμε ένα βίντεο με το αστείο πάθημα μιας γάτας. Τη μία στιγμή θρηνούμε για τους άμαχους που καταπλακώθηκαν από μια βόμβα ρωσικής ή αμερικανικής κατασκευής και την επόμενη κάνουμε σκωπτικά σχόλια για τους Bradgelina και το διαζύγιό τους. Είναι μια εξελιγμένη τεχνική που μας επιτρέπει να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, χωρίς όμως και να χαλάμε ιδιαίτερα τη ζαχαρένια μας. Να έχουμε δηλαδή και την πίττα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.

«Από μια κοινωνία εντόμων», γράφει ο Ζέμπαλντ, «δεν περιμένει κανείς να βαρυπενθήσει για την καταστροφή της διπλανής μυρμηγκοφωλιάς. Από την ανθρώπινη φύση, όμως, επιβάλλεται έστω κάποια συναισθηματική συμμετοχή. Ιδωμένη από την άποψη αυτή, η μικροαστική συνήθεια των κατοίκων του βομβαρδισμένου Αμβούργου να εξακολουθούν να πίνουν τον καφέ τους καθισμένοι στο μπαλκόνι, έχει κάτι το τρομακτικά αλλόκοτο και σκανδαλώδες, όπως η θέα των ζώων του γελοιογράφου Grandville , που παρά την ανθρώπινη ένδυση και την εξοικείωσή τους με το μαχαιροπίρουνο, δεν παύουν να καταβροχθίζουν τα άτομα του ίδιου τους του είδους».

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice-Μικρόκοσμοι)

21/12/2016

Τα χρόνια της κομψότητας και της παρακμής

Είναι Τετάρτη πρωί και ο -για λίγες ακόμη εβδομάδες- πλανητάρχης, βαδίζει και φωτογραφίζεται ανάμεσα στα σύμβολα μιας άλλης «παγκόσμιας» κυριαρχίας: Τα κτίσματα της Ακρόπολης. Την ίδια περίπου ώρα, βαθιά μέσα στη γη, στον σταθμό της Ομόνοιας, γίνεται το αδιαχώρητο. Οι φωτεινές ταμπέλες αλλάζουν διαρκώς την ώρα άφιξης του επόμενου συρμού και ο κόσμος έχει φτάσει στα σκαλιά και στα όριά του. Νεύρα, αγανάκτηση, σαρκαστικά αστεία.

Επιτέλους, το τρένο εμφανίζεται. Καθώς πλησιάζει αργά, ένα επιφώνημα απελπισίας υψώνεται στο υπόγειο. Τα βαγόνια είναι ήδη φίσκα. Οι πόρτες ανοίγουν και οι «τυχεροί» που βρίσκονταν μπροστά τους επιχειρούν να μπουν. Οι απομέσα αντιστέκονται σθεναρά («Πού πας; Δεν το βλέπεις ότι δεν χωράς;»). Ένας εισβολέας αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει και βγαίνει σπρωχτός σχεδόν, έξω. Οι πόρτες ανοιγοκλείνουν καμιά εικοσαριά φορές και το τρένο αναχωρεί όσο αργά είχε φτάσει.

Στην αποβάθρα η γκρίνια φουντώνει. «Με ποιο δικαίωμα κλείνουν όλη την Αθήνα;» φωνάζει ένας κοτσονάτος γέροντας. Μια γυναικεία φωνή επαυξάνει: «Δεν πα να έχει έρθει και ο Θεός ο ίδιος!». «Σύριζα δε θέλατε;» λέει κάποιος. «Ναι, είδαμε και τους άλλους!», έρχεται καπάκι η απάντηση. Ο διάλογος συνεχίζεται: «Έλα πια μ’ αυτή την καραμέλα». «Γιατί; Ποιοι μας έφεραν εδώ;». «Τον είδες μωρέ τον χαπακωμένο πως χασμουριότανε;». «Ενώ ο Κούλης…». «Ποιος σου είπε ότι εγώ είμαι με τον Κούλη;». «Ρε, ένας που να αγαπάει την πατρίδα θα βρεθεί;» παρεμβάλλεται κάποιος και εισπράττει τα εύσημα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά καταφτάνει ο επόμενος συρμός. Καταφέρνω να τρυπώσω και να σταθώ face to face με έναν μουσάτο, ενώ ένας ώμος με πιέζει σα να θέλει να μας βάλει να φιληθούμε. Καθώς το τρένο σέρνεται προς την Βικτώρια, ακούμε ξαφνικά: «Καθάρματα, νεοταξίτες, σκατά να φάτε, κολασμένοι. Ο πάπας, ο πάπας, ο αντίχριστος». Στην αρχή ο άγνωστος μιλάει ήρεμα, σαν να κουβεντιάζει με έναν φίλο του. Σταδιακά, όμως, ο τόνος δυναμώνει: «Ο αράπης. Ο Εβραίος. Η Μέρκελ. Η πόρνη της Βαβυλώνος. Ο άντρας θα παντρεύεται με άντρα. Αρμαγεδδών». Μια γυναίκα τού κάνει αυστηρά «σουτ», ένας άντρας τον μαλώνει. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να τον εξαγριώσουν. Τώρα πια ουρλιάζει: «Τα σημεία των καιρών. Η νέα τάξη των πραγμάτων. Και η γη θα ανοίξει. Και θα καταπιεί το κτήνος. Ο Αρμαγεδδών!»

Στη Βικτώρια το τρένο μένει με ανοιχτές τις πόρτες για κανένα δεκάλεπτο. Αποφασίζω να βγω και να συνεχίσω με τα πόδια. Πάνω είναι χαρά θεού. Έχει λίγο κρύο, αλλά ο ουρανός είναι φωτεινός.

Σκέφτομαι τις προηγούμενες στιγμές. Θα μπορούσαν να αναγνωστούν και σαν μία αλληγορία για την εποχή μας: Ο όχλος που συνωθείται στις ανήλιαγες στοές, ενώ ο ηγέτης περιφέρεται ανάμεσα σε έργα τέχνης. Το παραλήρημα εκείνου του δυστυχή, που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τα άρθρα των «ανεξάρτητων» σάιτ από τα οποία ενημερώνεται μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας. Η τυφλή αγανάκτηση που φουντώνει, μα εγκλωβίζεται σε συγκεκριμένα, στενά και μισαλλόδοξα όρια. Ο πολιτικός λόγος που χάνει ένα ένα τα εργαλεία του. Ο ανθρωπισμός που αποτελούσε για δεκαετίες το προκάλυμμα μιας αχόρταγης εξουσίας και τώρα συντρίβεται –μονάχα αυτός- μπροστά στην επέλαση του λούμπεν αντισυστημισμού.

Αργότερα, στο σπίτι, θα δω τον POTUS (αρκτικόλεξο για το President Of The United States, όπως μάθαμε αυτές τις μέρες), να μιλάει μέσα στην κατακόκκινη όπερα του ΚΠΣΙΝ (γλωσσοδέτης για το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος). Είναι ένας σπουδαίος λόγος από έναν άψογο επαγγελματία. Από έναν γοητευτικό, φωτισμένο ηγέτη που όμως δεν κατάφερε ή δεν θέλησε να ανατρέψει την πορεία της παρακμής και έτσι αφήνει τον κόσμο σε χειρότερη κατάσταση από πριν. Αν στα επόμενα τέσσερα χρόνια μας επισκεφτεί ξανά κάποιος POTUS, αυτός θα είναι πορτοκαλής και θα ρουθουνίζει.

Την επόμενη μέρα κυκλοφόρησε και το βιντεάκι με τον Ομπάμα να μιλά πάνω στην Ακρόπολη –ίσως ο βασικός λόγος για τον οποίο ήρθε ως τα μέρη μας. Ο καιρός τού έκανε το κέφι. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και οι εικόνες με τον κομψό ηγέτη, τους κομψότερους κίονες και την πόλη στα πόδια τους, συγκλονιστικά όμορφες. Το θέμα είναι αν η ομορφιά προλαβαίνει να σώσει, για μία ακόμη φορά, τον κόσμο.

(πρώτη δημοσίευση Athens Voice-Μικρόκοσμοι 18/11/2016)

10/11/2016

Γέρικα σκυλιά στο πλοίο

Πέμπτη πρωί, στο πλοίο για Άνδρο-Τήνο-Μύκονο. Οι επιβάτες είναι σχετικά λίγοι και, σε αρκετές περιπτώσεις, ο προορισμός τους διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Αεράτα ζευγάρια για την πρώτη, αγενείς προσκυνήτριες για την δεύτερη, νεαροί με σαγιονάρες για την τρίτη.  Στη Μύκονο, πιθανολογώ, κατευθύνονται και οι -εμφανώς εύποροι- Ασιάτες που βρίσκονται στο πλοίο. Οι περισσότεροι Ιάπωνες έχουν την στερεοτυπική εμφάνιση του τουρίστα από την συγκεκριμένη χώρα (ρούχα εξερευνητή και ακριβή φωτογραφική μηχανή) ενώ οι Κινέζοι κυκλοφορούν κραδαίνοντας από ένα σελφοκόνταρο.

1928-001

Καθώς το πλοίο διασχίζει το Κάβο Ντόρο, κάνω μια βόλτα στο πάνω κατάστρωμα. Εκεί βρίσκεται μια οικογένεια Αμερικανών (ζευγάρι και δύο μικρά παιδιά). Κουβεντιάζουν ανέμελα και κοιτούν την Άνδρο που πλησιάζει γοργά. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας με μεγάλη φωτογραφική μηχανή. Τον είχα δει και νωρίτερα να τριγυρίζει χωλαίνοντας στο κατάστρωμα και να φωτογραφίζει τα πάντα –κάποια στιγμή, θαρρώ, είχε στρίψει το φακό του και προς τη μεριά μου.

Δίχως καθυστέρηση, σηκώνει σχεδόν με δυσκολία την μηχανή του, εστιάζει και φωτογραφίζει. Είναι ολοφάνερο πως το κάδρο του περιλαμβάνει και την οικογένεια των Αμερικανών. Οι γονείς κοιτιούνται για μια στιγμή και αντιδρούν συγχρονισμένα. Η μητέρα κάνει με το δάχτυλο «όχι». Ο πατέρας πιο ομιλητικός αλλά εξίσου απότομος, λέει στον Ιάπωνα ότι δεν του έδωσε κανείς το δικαίωμα να φωτογραφίσει τα παιδιά τους.

Εκείνος απαντά σε σπαστά αγγλικά ότι όλα είναι ΟΚ. Τραβά τις φωτογραφίες για να θυμάται το ταξίδι του. Και για να τις δείξει στα εγγόνια του, πίσω στην Ιαπωνία. Οι Αμερικανοί δεν πείθονται. Απαιτούν να δουν τη φωτογραφία και όταν αυτό γίνεται, λένε στον Ιάπωνα να τη σβήσει μπροστά τους. Εκείνος αναστενάζει, την σβήνει και έπειτα κάνει κάτι σαν υπόκλιση και απομακρύνεται. «Κανείς δεν μπορεί να φωτογραφίζει τα παιδιά μου!» φωνάζει στην πλάτη του ο πατέρας.

Η αντίδρασή τους, σκέφτομαι, ήταν στα σίγουρα υπερβολική. Όμως ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; Η φωτογραφία όπως την ξέραμε έχει πια πεθάνει. Τώρα φωτογραφίζουμε πιο συχνά την φάτσα μας παρά τους άλλους. Τώρα η κάθε λήψη είναι συνυφασμένη με την έκθεσή της στο διαδίκτυο και την ανεξέλεγκτη χρήση της. Κανείς λοιπόν δεν χαίρεται στην ιδέα ότι η εικόνα του παιδιού του -ή και του ίδιου ακόμα- θα κυκλοφορήσει παντού και θα γίνει έρμαιο στις ορέξεις του καθενός.

Στον δικτυωμένο κόσμο μας η ανηθικότητα βρίσκεται διαρκώς μπροστά μας. Μοιραία γινόμαστε καχύποπτοι, ίσως και υστερικοί. Στη Βικτωριανή εποχή, ο Λιούις Κάρολ (συγγραφέας της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» και πάστορας στο επάγγελμα) έστηνε κοριτσάκια σε ερωτικές πόζες και τα φωτογράφιζε για την προσωπική του συλλογή. Αν το έκανε σήμερα, το πρόσωπό του θα εμφανιζόταν προφίλ και ανφάς σε όλα τα ειδησεογραφικά σάιτ. Όμως δεν είναι μόνο τα ήθη που αλλάζουν. Τα πάντα μεταβάλλονται με ταχύτητα που ξαφνιάζει. Ανεξάρτητα λοιπόν από την ηλικία μας, νιώθουμε σαν τα γέρικα σκυλιά που καλούνται κάθε ώρα και στιγμή να μάθουν και από ένα νέο κόλπο.

Το μίνι επεισόδιο στο πλοίο ολοκληρώθηκε δίχως άλλα δράματα και πολύ σύντομα ξεχάστηκε. Έφτασα στον προορισμό μου -την Τήνο- και μπήκα αμέσως σχεδόν στο πνεύμα που επιβάλλει η γνώση ότι έχεις λίγα μόλις εικοσιτετράωρα για να αναπληρώσεις όσα έχασες τους προηγούμενους μήνες. Βοήθησε βέβαια και το μέρος (ένα ορεινό χωριό του νησιού) όσο και το ότι προσπάθησα να μη μαθαίνω τα πάντα για τα όσα ζοφερά συνέβαιναν στον κόσμο.

Καθώς βάδιζα έξω από ένα σπίτι στον Πύργο μια κυρία κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες για να δώσει ζεστά κουλουράκια σε κάποια άγνωστά της παιδιά. Στις στροφές πάνω από τα Λουτρά ένας οδηγός μπήκε αργά στο αντίθετο ρεύμα για να θαυμάσει τη θέα. Αντί να τον σκυλοβρίσω τον κοίταξα υπαινικτικά και εκείνος χαμογέλασε ζητώντας συγνώμη. Στην κορυφή του Ξώμπουργκου μια χαμογελαστή Γαλλίδα μού έκανε μάθημα γεωγραφίας απαριθμώντας τα νησιά που ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα. Στο Σκαλάδος δανείστηκα και ξεφύλλισα ένα βιβλίο γραμμένο από δύο καθολικούς ιερείς της περιοχής. Ήθη και έθιμα του χωριού. Παλιά προικοσύμφωνα και ανορθόγραφες διαθήκες. Μικρές ιστορίες αφανών προσώπων, το ίχνος των οποίων είναι εύκολο να παρασυρθεί από τον άνεμο: «Διαθίκι της Μαρίας του Γιάννη Πσάλτη. Αφίνο του Μάρκου το χοραφάκι όπου έχω απόξο από τα Βογδοκέλια, όμως να μην εμπορεί να μαζώνει τα σύκα διότι την συκιά την αφίνο στη Μαργαρίτα».

Σύμπτωση: Την ημέρα που ξεφύλλιζα το βιβλίο, στο κοντινό καθολικό μοναστήρι γινόταν η κηδεία του ενός εκ των δύο συγγραφέων. Είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα στα ογδοντατόσα του χρόνια. Ένιωσα την ανάγκη να του πω και εγώ ένα αντίο. Το έκανα το επόμενο πρωί καθώς βάδιζα πάνω από το χωριό του, σ’ ένα μονοπάτι πνιγμένο στα θυμάρια και τις φασκομηλιές. Εκεί ήταν που θυμήθηκα ξανά τον γηραιό Ιάπωνα του πλοίου. Τον φαντάστηκα να τριγυρνά ακόμα στο κατάστρωμα, με την μεγάλη φωτογραφική του μηχανή ανά χείρας, έτοιμος να καταγράψει μία ακόμη εικόνα από τον κόσμο του που χάνεται.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 20/7/2016)

10/11/2016

Μαζί

«Θέλετε να καθίσετε στο τραπέζι μας;». Η πρότασή τους με έκανε να νιώσω αμήχανα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου πολυαρέσει να τρώω μόνος στις ταβέρνες. Όμως από την άλλη, να πάρω τα πιάτα και τη μπύρα μου και να καθίσω με τρεις αγνώστους…

«Για να μην τρώτε μόνος. Κρίμα είναι» είπε η γυναίκα της παρέας. «Και ο καθένας πληρώνει τα δικά του, κανονικά».

Η φιλύποπτη πλευρά μου με συμβούλευε να αρνηθώ. Αν βρισκόμουν στην Αθήνα, μάλλον θα το είχα κάνει. Όμως, εκτός έδρας συχνά ο εαυτός μας γίνεται μέρος του τοπίου και τον παρατηρούμε από διαφορετική γωνία. Σαν να τραβάμε σέλφι.

Καθίσαμε λοιπόν μαζί. Δοκίμασα μία από τις ψητές σαρδέλες της γυναίκας («έτσι κι αλλιώς είναι πολλές, αποκλείεται να τις καταφέρω») και οι δύο άντρες μοιράστηκαν έναν από τους χορτοκεφτέδες μου. Εκείνοι έπιναν κρασί και κόκα κόλα. Εγώ συνέχισα με την μπύρα μου.

Ήταν οικογένεια. Πατέρας, γιος και κόρη. Μόνιμοι κάτοικοι Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πατέρας είχε κλείσει τα ογδόντα αλλά δεν του φαινόταν. Φορούσε κοντομάνικο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω. Στο τσεπάκι είχε τα τσιγάρα του. Μαλακό πακέτο, με το αναπτηράκι μέσα, για να μη χαθεί. Ο τρόπος που τα έβγαζε, έφερε στη μνήμη μου κάτι το πολύ οικείο.

Είχαν έρθει στο χωριό για να ανοίξουν λίγο το σπίτι και να κάνουν ένα μνημόσυνο για τη μητέρα. «Κάθε Κυριακή καλούσε για φαγητό γνωστούς και αγνώστους. Μας έχει μείνει, λοιπόν, και δεν μας πάει να τρώμε μόνοι».

Όταν κάθεσαι στο τραπέζι συζητάς. Είπαμε για το χωριό, για τον καιρό και για τις αμερικανικές εκλογές. Οι περισσότεροι ομογενείς θα ψηφίσουν Ρεπουμπλικάνους. Ο γιος θεωρεί τον Τραμπ καραγκιόζη, «αλλά τουλάχιστον αυτός δεν είναι του συστήματος». Ο πατέρας και η αδελφή είναι της παλιάς σχολής, δεν ανακοινώνουν ποτέ τι ψηφίζουν για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Του πρώτου, πάντως, του αρέσει πολύ το καρπούζι. Αυτό το είπε δυνατά για να το ακούσει ο σερβιτόρος, ο οποίος μας το έφερε χωρίς καθυστέρηση μαζί με τους δύο ξεχωριστούς λογαριασμούς.

Συζητήσαμε λίγο ακόμη, καθώς καθαρίζαμε αργά τα κομμάτια μας από τα κουκούτσια. Σύντομες κουβέντες για την Τουρκία, για το ντόπιο τυρί, για ένα χωράφι εκεί πιο πάνω που ανήκε σε έναν γνωστό τους και μέσα βρήκανε αρχαία, για τους Ολυμπιακούς και για τον Ολυμπιακό.

Κάναμε φιλότιμες προσπάθειες για να βρούμε κοινούς τόπους και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέραμε. Είναι αυτή η παράξενη δύναμη του στρωμένου τραπεζιού που επιβάλλει αμβλύνσεις, συμβιβασμούς και ανοχή. Ένας αρχαίος μηχανισμός, φτιαγμένος για να συντηρεί αόρατους δεσμούς. Για να μας αναγκάζει να βρούμε την κατάλληλη απόσταση, όμοια με τους σκαντζόχοιρους στην παραβολή του Σοπενχάουερ: «Μια παγερή χειμωνιάτικη μέρα, μερικοί σκαντζόχοιροι στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλο για να προστατευτούν από το κρύο. Σύντομα όμως άρχισαν να ενοχλούνται από τα αγκάθια του διπλανού τους και απομακρύνθηκαν. Όταν η ανάγκη για ζεστασιά τους έφερε πάλι κοντά, επαναλαμβανόταν η ενόχληση από τα αγκάθια. Έτσι βρίσκονταν για ώρα ανάμεσα σε δύο κακά, μέχρι που κατάφεραν να πετύχουν την κατάλληλη απόσταση ώστε να ανεχτούν ο ένας τον άλλον».

«Ε, τώρα που φάγαμε μαζί, γίναμε λίγο συγγενείς» είπαν όταν τους αποχαιρέτησα. «Αν σε φέρει ο δρόμος από το Σικάγο, να μας αναζητήσεις».

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 24/8/2016)