απόσπασμα

Μέρος 1ο. Κεφάλαιο 1

Το πάθημα του Πτολεμαίου Χάρακα και η εκδίκηση των χαρτογράφων

Στα σκοτεινά υπόγεια του Μεγάλου Χαρτογραφικού Μουσείου, κρυμμένη από τα μάτια των επισκεπτών που ανήξεροι περιφέρονται στις ολόφωτες αίθουσες, φυλάσσεται η πιο λεπτομερής υδρόγειος σφαίρα του κόσμου. Είναι έργο του περίφημου Άραβα γεωγράφου Αλ Σφερ Ιμπν Μασούντ Ελ Γυρνί, και οι λίγοι θνητοί που κατάφεραν να τρυπώσουν στην κρυψώνα της και να τη δουν, πριν οι φύλακες τους συλλάβουν και τους πετάξουν κλοτσηδόν έξω, βεβαιώνουν πως μεγαλύτερο αντίγραφο της γης δεν υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Ένας από αυτούς μάλιστα παίρνει όρκο πως ξεπερνά σε μέγεθος ακόμη και το πρωτότυπο!

Πάνω στη γιγάντια σφαίρα του σοφού Ελ Γυρνί μπορεί κανείς να διακρίνει όλες τις πόλεις και τις κωμοπόλεις του κόσμου. Ακόμη και τα πιο ταπεινά χωριουδάκια, όπως η Άνω Σανκουτσουλιά ή το Κάτω Ουτεπουφαίνεται, που έχουν λιγότερα από ένα σπίτια το καθένα τους, υπάρχουν εκεί, σημειωμένα με μικρούτσικες μα ολοκάθαρες τελίτσες.

Μία και μόνο πόλη απουσιάζει. Ούτε κουκκίδα υπάρχει, ούτε το όνομά της είναι γραμμένο με κομψά καλλιγραφικά γράμματα όπως οι υπόλοιπες. Και δε λείπει μόνο από τη σφαίρα του λεπτολόγου Ελ Γυρνί, μα και από όλους τους χάρτες. Ακόμη και οι αναλυτικότεροι άτλαντες δεν αναφέρουν γι’ αυτήν το παραμικρό!

Θα αναρωτηθείς λοιπόν – και με το δίκιο σου –, αναγνώστη, γιατί η συντεχνία των χαρτογράφων φέρθηκε και εξακολουθεί να φέρεται έτσι σε τούτη μόνο από όλες τις πόλεις της οικουμένης.

Σύμφωνα με μια ιστορία που, έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι από στόμα σε στόμα, έφτασε κάποτε στ’ αυτιά του συγγραφέα τούτου εδώ του βιβλίου, πριν από πολλά πολλά χρόνια, γύρναγε τον κόσμο ένας χαρτογράφος, φορτωμένος μ’ όλα τα σύνεργα της δουλειάς του: πυξίδες, διαβήτες, μοιρογνωμόνια, βαρόμετρα, θερμόμετρα, βυθόμετρα και ένα μαντολίνο, δώρο του αείμνηστου παππού του. Όλη την ημέρα έκανε μετρήσεις και προσχέδια και όταν νύχτωνε καθόταν οκλαδόν δίπλα στη φωτιά κι έπαιζε στο μαντολίνο του νανουρίσματα, για να κατευνάζει τα άγρια θηρία που παραμόνευαν για να τον κατασπαράξουν.

Κάποτε βρέθηκε μπροστά στα τείχη μιας μικρής πόλης, κουρνιασμένης στην όχθη μιας λίμνης. Η πόλη αυτή λεγόταν Βατραχόκαστρο και δε χρειαζόταν κανείς να είναι ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβει στη στιγμή πως πιο ταιριαστό όνομα ήταν αδύνατο να βρεθεί στην περίπτωσή της. Πράγματι, τα βατράχια της λίμνης ήταν τόσο πολλά και τα κοάσματά τους τόσο βροντερά, ώστε όσοι είχαν τη συνήθεια να καθαρίζουν τακτικά τα αυτιά τους κινδύνευαν να χάσουν την ακοή τους για πάντα. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν πως αν όλα τα βατράχια πραγματοποιούσαν ένα συγχρονισμένο χοροπηδητό, η σεισμική δόνηση που θα γεννιόταν θα μπορούσε να αφανίσει την πόλη από προσώπου γης – κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Βατραχόκαστρο χρωστούσε την ύπαρξή του στην αδυναμία των αμφίβιων να μετρήσουν μέχρι το τρία. Εκτός από τα δισεκατομμύρια των βατράχων, η Βατραχόλιμνη – αυτό ήταν το όνομα της λίμνης – φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό από πέστροφες και χέλια, ενώ  στις όχθες της, μέσα στις πυκνές καλαμιές, ξεχειμώνιαζαν διάφορα ταξιδιάρικα πουλιά, που έκρωζαν και τιτίβιζαν από το πρωί ως το βράδυ.

Κατάκοπος από το μακρύ του ταξίδι ο χαρτογράφος χτύπησε την πόρτα του πρώτου σπιτιού, στην είσοδο της πόλης όπως μπαίνουμε αριστερά, και ζήτησε λίγο φαγητό και ένα μέρος για να κοιμηθεί. Ας ήταν και ο στάβλος. Οι νοικοκυραίοι εκείνοι λογίζονταν για πολύ φιλόξενοι άνθρωποι – κάποτε είχαν ταΐσει με το ζόρι μέχρι και έναν καλόγερο που είχε δώσει όρκο αφαγίας. Όταν λοιπόν άκουσαν κάποιον να τους ζητά να τον φιλοξενήσουν καταχάρηκαν. Τακτοποίησαν το χαρτογράφο στο καλύτερο δωμάτιο και του ετοίμασαν ένα γεύμα που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί στα τόσα χρόνια που γυρνούσε τον κόσμο. Εκείνος, πεινασμένος καθώς ήταν, στρώθηκε στο τραπέζι και τσίμπησε βιαστικά με το πιρούνι ένα ξεροψημένο λουκανικάκι. Τότε, ένας ασπρομάλλης γέροντας πήρε το λόγο και ρώτησε με τη φαφούτικη φωνή του:

«Πριν αρχίσεις το γεύμα σου, πες μας, σεβαστέ ξένε, ποιος άνεμος σε φέρνει από τα μέρη μας;»

«Ο άνεμος ήταν αρχικά βορειοδυτικός μέτριος, μα σύντομα στράφηκε σε δυτικό με την ίδια ένταση», απάντησε ο χαρτογράφος, που νωρίτερα είχε συμβουλευτεί το ανεμολόγιό του. Έπειτα έκανε να βάλει το πιρούνι στο στόμα του. Πριν όμως η τραγανή πέτσα του αλλαντικού προλάβει να ακουμπήσει στα δόντια, ο γέροντας μίλησε ξανά:

«Εννοούσα, γιατί ήρθες στα μέρη μας, ξένε;»

Ο χαρτογράφος άφησε το πιρούνι, σκούπισε με την πετσέτα τα σάλια που έτρεχαν ποτάμι από το στόμα του και σηκώθηκε.

«Ζητώ συγγνώμη», είπε, «για την αγένειά μου, η οποία οφείλεται στον πλούτο των εδεσμάτων που τοποθετήσατε μπροστά μου. Επιτρέψτε μου λοιπόν να συστηθώ. Ονομάζομαι Πτολεμαίος Χάρακας και είμαι απεσταλμένος της Μεγάλης Χαρτογραφικής Εταιρίας. Έχω έρθει με σκοπό να φτιάξω ένα χάρτη της αχαρτογράφητης μέχρι σήμερα περιοχής σας. Ένα χάρτη, που, τολμώ να πω, θα βάλει την όμορφη πόλη σας στο χάρτη».

Όσοι κάθονταν γύρω από το τραπέζι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία. Δεν είχαν ξανακούσει να γίνεται λόγος για τέτοιο πράγμα.

«Συχώρα μας», είπε ο γέροντας προλαβαίνοντας και πάλι το χαρτογράφο ένα δευτερόλεπτο πριν εκείνος γευτεί επιτέλους την πρώτη του μπουκιά, «μα, αγράμματοι άνθρωποι είμαστε, δεν καταλαβαίνουμε τα λόγια σου. Εξήγησέ μας, σε παρακαλώ, τι είναι αυτός ο χάρτης που μας τσαμπουνάς;»

Ο χαρτογράφος τότε άρχισε να τους εξηγεί με φωνή επίτηδες δυνατή, για να καλύπτει τα γουργουρητά του στομαχιού του, και με όσο πιο απλά λόγια του επέτρεπε η επιστημονική του κατάρτιση τι ακριβώς ήταν η τέχνη της χαρτογραφίας. Τους είπε πως ο ίδιος και οι συνάδελφοί του ταξίδευαν σε ολόκληρο τον κόσμο και έβαζαν όλα όσα έβλεπαν – βουνά, ποτάμια, θάλασσες, πόλεις και χωριά – σε κομμάτια χαρτιού σαν αυτά που είχε στο σάκο του.

«Να! Βλέπετε εδώ;» τους ρώτησε ξετυλίγοντας ένα μισοτελειωμένο χάρτη μιας άλλης περιοχής. «Αυτό είναι ένα ποτάμι, αυτό μια χαράδρα και τούτο εδώ μια πεδιάδα. Οι κάτοικοι που ζουν εκεί ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Να! Tη βλέπετε αυτή την αγελάδα; Εδώ πάλι, στη θάλασσα, έχω ζωγραφίσει ένα καράβι. Καταλάβατε;»

«Καταλάβαμε, πώς δεν καταλάβαμε», είπε ο γέρος και έκανε ένα συγκεκριμένο νόημα που σήμαινε: «Μαζέψτε αμέσως το τραπέζι και ο πιο γοργοπόδαρος να τρέξει να χτυπήσει την καμπάνα της εκκλησίας».

Σύντομα έξω από το σπίτι είχε μαζευτεί ολόκληρη σχεδόν η πόλη. Ήταν εκεί ο δήμαρχος, ο παπάς, ο νεκροθάφτης και οι άλλοι επίσημοι, ενώ δεν έλειπαν και οι θαμώνες των κακόφημων καπηλειών που μυρίζονταν τις φασαρίες από μακριά.

«Εντιμότατε δήμαρχε, σεβαστέ ιερέα, αγαπητέ νεκροθάφτη – αχρείαστος να είσαι», άρχισε το λόγο του ο γέροντας, ενώ οι υπόλοιποι συγγενείς του μαζί με μερικούς γείτονες είχαν στριμώξει τον Πτολεμαίο Χάρακα σε μια γωνία. «Ετούτος ο ξένος, που ελόγου μας θέλαμε να τον ταΐσουμε και να τον κοιμίσουμε, είπε πως ήρθε εδώ για να τσουβαλιάσει τα ποτάμια, τα βουνά, μα και ολόκληρη την πόλη μας σε τούτο το μουντζουρωμένο χαρτί που ο ίδιος ονομάζει χάρτη. Έτσι δεν είναι, ξένε;» ρώτησε δείχνοντας στο πλήθος έναν από τους χάρτες του Χάρακα.

«Έτσι είναι. Και τη λίμνη σας επίσης», συμπλήρωσε ο χαρτογράφος, που δεν είχε καταλάβει προς τι ο ντόρος.

Από το συγκεντρωμένο πλήθος ακούστηκε ένα επιφώνημα τρόμου τόσο δυνατό που ανάγκασε και τους βατράχους ακόμη να σωπάσουν απορημένοι. Δυο γυναίκες λιποθύμησαν. Ένας άντρας άρχισε να μαδά τις τρίχες της κεφαλής του διπλανού του. Ο παπάς γονάτισε να προσευχηθεί, ο νεκροθάφτης έβγαλε μια μεζούρα και πήρε τα μέτρα του χαρτογράφου, ενώ ο δήμαρχος περίμενε λίγο μέχρι να σωπάσουν οι άνθρωποι και να κοάσουν οι βάτραχοι. Έπειτα καθάρισε το λαιμό του και είπε με την επιβλητική του φωνή:

«Αγαπητοί μου συμπολίτες και ψηφοφόροι! Το πράγμα είναι ξεκάθαρο. Ο άντρας αυτός ήρθε στον τόπο μας με σκοπό να μας αφαιρέσει ό,τι έχουμε και δεν έχουμε: τη λίμνη μας, τις βάρκες μας, τα σπίτια μας, ίσως κι εμάς τους ίδιους. Τώρα μόλις ομολόγησε πως σκοπεύει να τα τυλίξει όλα σε μια κόλα χαρτί και να τα πάρει μαζί του στα ξένα. Νομίζω πως το σωστό και το δίκαιο είναι να εφαρμόσουμε το νόμο των προγόνων μας, ο οποίος ορίζει με σαφήνεια την ποινή που ταιριάζει στα αποβράσματα σαν και του λόγου του».

Ο κόσμος ξέσπασε σε επευφημίες για τον εμπνευσμένο λόγο του δημάρχου. Μόνο ο νεκροθάφτης δυσανασχέτησε. Αυτός έβαλε τη μεζούρα στην τσέπη του και με μεγάλες δρασκελιές διέσχισε το πλήθος και πήγε και κλείστηκε στο σπίτι του. Οι υπόλοιποι σήκωσαν τον Πτολεμαίο Χάρακα στα χέρια και τον κουβάλησαν μέσα από τα σοκάκια της πόλης στην κεντρική πλατεία, όπου του έδεσαν μια πετσέτα στο λαιμό και, παρά τις αντιρρήσεις του, τον υποχρέωσαν να φάει έναν έναν όλους τους χάρτες του, με τα βουνά, τις πόλεις και τις κωμοπόλεις τους. Λέγεται μάλιστα πως του έκοψαν και μια σαλάτα για να συνοδέψει το γεύμα του. Έπειτα του μουντζούρωσαν το πρόσωπο με φούμο, του φόρεσαν ένα κόκκινο βρακί στο κεφάλι, και, αφού του πέρασαν το μαντολίνο για κολάρο, τον έδεσαν ανάποδα στον πιο ψωραλέο γάιδαρο της πόλης και τον ξαπέστειλαν.

Έπειτα από ένα μακρύ, ντροπιαστικό ταξίδι μέσα από πεδιάδες και βουνά, ο άτυχος χαρτογράφος έφτασε επιτέλους στην πρωτεύουσα και παρουσιάστηκε αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο της Μεγάλης Χαρτογραφικής Εταιρίας – μέλος του οποίου εκείνα τα χρόνια ήταν και ο ευρυμαθής Σφερ Ελ Γυρνί. Έδειξε στους γέροντες το μουντζουρωμένο πρόσωπό του, το κόκκινο βρακί που ακόμη φορούσε στο κεφάλι του, μα και το σπασμένο του μαντολίνο. Τους διηγήθηκε πού είχαν καταλήξει οι χάρτες που με τόσο κόπο είχε φιλοτεχνήσει και παραπονέθηκε πως ακόμη και η σαλάτα που του είχαν δώσει οι Βατραχοκαστριώτες ήταν τελείως ανάλατη. Οι γέροντες άκουσαν με προσοχή όσα τους είπε και, δίχως να πουν λέξη, μπήκαν στο απαγορευμένο δωμάτιο.

Τρία μερόνυχτα έμειναν εκεί μέσα. Έξω, στη μεγάλη αίθουσα, είχαν συγκεντρωθεί εκατοντάδες χαρτογράφοι, που περίμεναν με αγωνία την απόφαση.

Την τέταρτη μέρα, κατά το απογευματάκι, η πόρτα του απαγορευμένου δωματίου άνοιξε και τα μέλη του συμβουλίου βγήκαν σιωπηλά και κάθισαν στις υπερυψωμένες θέσεις τους. Όλοι κράτησαν τις ανάσες τους. Και καρφίτσα να έπεφτε στο πάτωμα θα ακουγόταν – πόσο μάλλον οι κραυγές εκείνου που θα την πατούσε. Ο πρόεδρος του συμβουλίου σηκώθηκε και με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση άρχισε να μιλά.

«Σεβαστοί συνάδελφοι», είπε. «Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, σε αντίθεση με το χάρτη που, είτε ζεστός είτε κρύος, είναι εξίσου άνοστος. Εμείς οι χαρτογράφοι, οι ακούραστοι υπηρέτες της πιο ευγενικής επιστήμης, παίρνουμε όρκο ιερό και λέμε πως η πόλη η ονομαζόμενη Βατραχόκαστρο από σήμερα σβήνεται από το χάρτη! Όποιος χαρτογράφος τολμήσει να την καταχωρίσει σε χάρτη, σύγγραμμα ή υδρόγειο σφαίρα, θα διαγράφεται από μέλος της Χαρτογραφικής Εταιρίας, και το έργο του θα παραδίδεται στην πυρά ενώ οι στάχτες θα σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ακόμη και η απλή αναφορά της λέξης Βατραχόκαστρο ή των παραγώγων της στο εξής θα θεωρείται ύψιστη προσβολή προς τον κλάδο μας, και ο παραβάτης, όποιος κι αν είναι, θα πρέπει να τιμωρείται με άμεσο χαστουκισμό».

Στο σημείο αυτό ένα γεροντάκι πλησίασε χωλαίνοντας και, με όση δύναμη του είχε απομείνει έπειτα από κοντά έναν αιώνα άοκνης χαρτογραφικής δράσης, έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι στην αριστερή παρειά του προέδρου. Ο τελευταίος έσκυψε ελαφρά το κεφάλι – σημάδι πως αποδεχόταν την ποινή και συνέχισε:

«Οι βάρβαροι κάτοικοι του Βατρ… της πόλης τούτης…»

Το γεροντάκι έκανε να σηκωθεί, μα ξανακάθισε απογοητευμένο στη θέση του.

«…μα και οι απόγονοί τους θα πληρώσουν έτσι την αχαρακτήριστη συμπεριφορά που επέδειξαν σ’ ένα από τα πιο εργατικά μέλη της συντεχνίας μας – κύριε Χάρακα, βγάλτε επιτέλους αυτό το κόκκινο πράγμα από το κεφάλι σας! Το έχουμε δει όλοι πια!»

Η απόφαση έγινε δεκτή με ικανοποίηση. Μόνο ο περιλάλητος Ελ Γυρνί δε φάνηκε να συμμερίζεται την κοινή χαρά. Το πρόσωπό του παρέμεινε σκοτεινιασμένο και τα χείλη του τρεμόπαιξαν σαν να προσπαθούσαν να πνίξουν ένα λυγμό που ανάβλυζε από το στήθος του. Σήκωσε όμως το χέρι του πιο ψηλά από τους άλλους και ορκίστηκε φωναχτά πως όσο ζει θα τηρεί πιστά την ιερή απόφαση. Έπειτα κατέβηκε στο εργαστήριό του, έδεσε ένα σκοινί στον άξονα που διαπερνά τους δύο πόλους της γιγάντιας σφαίρας του, πέρασε τη θηλιά στο λαιμό του και… αντίο, σοφέ Ελ Γυρνί. Εκεί τον βρήκαν, άψυχο, να αιωρείται μεταξύ Ισλανδίας και Γροιλανδίας, μ’ ένα σημείωμα καρφιτσωμένο στην κελεμπία του.

«Αυτοκτονώ», έγραφε το χαρτί στα αραβικά, «γιατί το έργο μου είναι καταδικασμένο να μείνει ημιτελές. Ευχή και κατάρα μαζί δίνω, σεβαστείτε την ύστατη επιθυμία μου. Κρύψτε, καταχωνιάστε τη σφαίρα μου, ώστε ανθρώπου μάτι να μην αντικρίσει ποτέ την περιστρεφόμενη χίμαιρα που για χάρη της ο φτωχός Σφερ Ελ Γυρνί, ο γιος του Μασούντ, ξόδεψε όλη του τη ζωή. ΥΓ: Το σαρίκι μου το αφήνω στο γάτο μου Ιμπραήμ».

Οι χαρτογράφοι υπάκουσαν στην επιθυμία του Ελ Γυρνί και η σφαίρα του μεταφέρθηκε νύχτα στα υπόγεια του Μεγάλου Χαρτογραφικού Μουσείου, όπου κρύβεται μέχρι σήμερα. Όσο για τον όρκο που πήραν σχετικά με το Βατραχόκαστρο, αυτόν όχι μόνο τον τήρησαν όσο ζούσαν, αλλά φρόντισαν έτσι ώστε και οι επόμενες γενιές των χαρτογράφων να τον τιμούν. Έτσι, αν κάποιος σταθεί έξω από το κτίριο της Ανώτατης Χαρτογραφικής Σχολής, την ημέρα της ορκωμοσίας των απόφοιτων, είναι σίγουρο πως θα τους ακούσει να επαναλαμβάνουν δυνατά τους τρεις υπέρτατους κανόνες της χαρτογραφίας.

Α) Ο Bορράς μπαίνει πάντα προς τα πάνω. Β) Ο Νότος μπαίνει πάντα προς τα κάτω. Γ) Το Βατραχόκαστρο – και εδώ τα χαστούκια πέφτουν βροχή – δεν μπαίνει πουθενά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: