Archive for Ιουλίου, 2012

29/07/2012

Θρησκευτικός τουρισμός

(Πρώτη δημοσίευση 11/7/2012 στο logbook του lifo.gr

Σκηνή 1. Μπόλικα χρόνια πριν

Ταξιδεύω βράδυ από Πειραιά για Σύρο. Πλέουμε αργά, υπερβολικά αργά, μέσα στη μπουνάτσα. Στο κατάστρωμα, για να περάσεις ανάμεσα στους ξαπλωμένους πρέπει να πατάς προσεχτικά, σαν μπαλαρίνα.

Υπάρχει μια κενή θέση σε έναν πάγκο, δίπλα σε μια οικογένεια τσιγγάνων. Η γυναίκα είναι σχεδόν κορίτσι. Πιάνω κουβέντα με τον άντρα. Αποδεικνύεται συνομήλικός μου –μόνο που έχει δύο παιδιά και μουστάκι.

Μου λεει ότι πηγαίνουν Τήνο, στο πανηγύρι.

«Πουλάω κάτι εργαλεία».

«Δηλαδή σφυριά και τέτοια;»

«Όχι ρε! Στην Τήνο σου λέω πάμε. Εικονίσματα, λιβάνια, φυλακτά…Θα βαφτίσουμε και το παιδί».

Το μικρότερο παιδί της οικογένειας είναι κάπου δύο ετών. Του τσιμπάω το μάγουλο.

«Το βαφτίσαμε και πέρσι», λεει χαμογελώντας ο πατέρας.

Εκφράζω την την απορία μου. Μου εξηγεί ότι οι πάντες θέλουν να γίνουν νονοί στην Παναγιά της Τήνου. Έτσι, όποιος δεν έχει παιδί να βαφτίσει ψάχνει να βρει ένα επιτόπου.

«Δίνουν καλά λεφτά», με διαβεβαιώνει.

Φτάνουμε επιτέλους Σύρο και ετοιμάζομαι να κατεβώ.

«Να πας κι εσύ να προσκυνήσεις την Παναγιά», με συμβουλεύει η γυναίκα-κορίτσι. «Όλους τους βοηθάει».

Σκηνή 2. Αρκετά χρόνια πριν

Είμαστε με την Κ στη Νίσυρο και θέλουμε να πάμε Σύρο. Μια φορά την εβδομάδα περνάει ένα πλοίο που, στο δρόμο του για τον Πειραιά, πιάνει και στην Τήνο. Από εκεί μπορούμε εύκολα να περάσουμε απέναντι. Το πρακτορείο το δουλεύει μια γλυκομίλητη ηλικιωμένη κυρία. Μου δίνει τα εισητήρια και μετά ανοίγει το προσωπικό της πορτοφολάκι και βγάζει ένα χαρτονόμισμα.

«Κι αυτό, για να μου ανάψεις μια λαμπάδα στην Παναγιά. Μπορείς να το κάνεις, έτσι δεν είναι; Την πιο μεγάλη που υπάρχει, σε παρακαλώ».

Δέχομαι με την κρυφή σκέψη να τσεπώσω το χαρτονόμισμα. Το λεω στην  Κ η οποία με κοιτάει με περιφρόνηση. Της μιλώ για το φαινόμενο placebo, αλλά εκείνη εξακολουθεί να με κοιτά με περιφρόνηση.

«Ας μη δεχόσουν. Τώρα που δέχτηκες πρέπει να το κάνεις».

Την επόμενη μέρα, γύρω στις 12 το μεσημέρι, βρισκόμαστε στην Τήνο και ξεκινάμε για το τάμα. Έχουν μόλις φτάσει τα καράβια από τον Πειραιά. Από τις μπουκαπόρτες ξεχύνονται έξαλλες οι μαυροφόρες. Κάποιες σέρνουν μαζί τους άρρωστα παιδιά που κοιτούν γύρω τους με απορία.

Τα καράβια ανεβάζουν γρήγορα τις άγκυρες και φεύγουν μέσα στο μελτέμι. Πάνε Μύκονο και μετά θα γυρίσουν και πάλι πίσω για να μαζέψουν τον κόσμο. Οι προσκυνητές παίρνουν βιαστικά τον φαρδύ, ανηφορικό δρόμο για την εκκλησία. Θα πρέπει να προλάβουν να τα κάνουν όλα όπως πρέπει.

Στα δεξιά, δίπλα στα μαγαζιά που πουλούν κεριά και σουβενίρ, υπάρχει κάτι σαν στενός ποδηλατόδρομος. Από εκεί ανεβαίνουν γονατιστές κάποιες γυναίκες. Συνήθως, δίπλα τους υπάρχει μια αναμαλλιασμένη συνοδός που τους δίνει κουράγιο.

Βλέπω μια προσκυνήτρια να ανεβαίνει στα τέσσερα φορώντας επιγονατίδες και επιαγκωνίδες. Δίπλα της βαδίζουν αργά ένας έφηβος με σύνδρομο Nτάουν και μια πολύ χοντρή γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Το παιδί κάνει να πει κάτι στην προσκυνήτρια.

«Σώπα!» βρυχάται η χοντρή γυναίκα.

Σηκώνει το χέρι της απειλητικά και το ιδρωμένο μπράτσο της πάλλεται στον ήλιο.

Για κάποιο λόγο, αυτό το μείγμα ιδρωμένης ελπίδας, εμπορικής εκμετάλλευσης και κακού γούστου με εντυπωσιάζει. Ακολουθώ τους προσκυνητές που ανεβαίνουν κραδαίνοντας τις μεγάλες λαμπάδες σαν να είναι δόρατα. Τραβάω συνεχώς φωτογραφίες.

Δίπλα στον περίβολο, πριν τις σκάλες για την εκκλησία, υπάρχει ένα μακρόστενο δωμάτιο όπου τοποθετούνται οι λαμπάδες. Υπεύθυνος για το χώρο είναι ένας εύσωμος ροκαμπιλάς με κόκκινη σαλοπέτα. Όταν οι θέσεις γεμίζουν ασφυκτικά, αρπάζει αγκαλιές ολόκληρες από λαμπάδες, τις σβήνει και τις τοποθετεί αλλού («για μεταπώληση ίσως;», σκέφτομαι και υποπίπτω αυτόματα σε αμάρτημα)

Το θέαμα είναι υποβλητικό. Τοποθετώ τη λαμπάδα της Νισύριας και μένω να κοιτώ έκθαμβος το ροκαμπιλά που δουλεύει σαν τον Ήφαιστο μέσα στην κάπνα και τις αναλαμπές.

Μετά στήνομαι στην ουρά για την εκκλησία. Δίπλα μου, στη σκάλα, μια γυναίκα στα τέσσερα περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Στα παρεκκλήσια δεξιά και αριστερά, γίνονται ταυτόχρονα δύο βαφτίσεις. Στην εκκλησία, μου κάνει εντύπωση ο γαλάζιος θόλος και βέβαια τα χρυσά τάματα. Η εικόνα είναι κλεισμένη σε ένα ανάγλυφο περίβλημα. Το τζάμι είναι θολό από τα φιλιά. Διακρίνω και ένα αποτύπωμα από κραγιόν.

Μια γυναίκα με σπρώχνει.

«Άντε αγόρι μου και θα χάσουμε το βαπόρι!»

Αργότερα, σε ένα στενό, πέφτω πάνω στην οικογένεια της προσκυνήτριας με τις επιγονατίδες. Κάθονται σε ένα καφενείο. Οι δύο γυναίκες τρώνε βλοσυρές τους λουκουμάδες τους. Το παιδί δείχνει ιδιαίτερα χαρούμενο καθώς γλύφει το κουτάλι με το μέλι.

Σκηνή τρίτη. Σήμερα

Μετά από τέσσερις μέρες στα χωριά της Τήνου, κατεβαίνω στο λιμάνι. Τα καραβια δεν έχουν φτάσει ακόμη, οπότε δεν έχει ιδιαίτερο κόσμο. Λέω να κάνω μια βόλτα στο δρόμο της Μεγαλόχαρης.

Το σκηνικό παραμένει πάνω κάτω το ίδιο. Βλέπεις όμως περισσότερους άντρες και αρκετά άτομα νεαρής ηλικίας. Οι λαμπάδες τιμώνται ένα ευρώ η μικρή και πέντε η μεγαλύτερη. Κάποιοι κρατούν πολλές μαζί. Τα ναύλα έχουν ακριβύνει οπότε το πράγμα λειτουργεί με παραγγελίες. Όλοι πάντως μοιάζουν διατεθημένοι να ακολουθήσουν πιστά το τελετουργικό (άναμμα λαμπάδας-προσκύνημα εικόνας-αγορά αναμνηστικών-καταβρόχθιση λουκουμάδων-εμετός στο Καβοντόρο).

Στον ειδικό διάδρομο ανεβαίνει γονατιστή μια ψηλή Ρωσίδα με εμπριμέ φόρεμα. Ο άντρας της την τραβάει αναμνηστικές φωτογραφίες. Ο θρησκευτικός τουρισμός έχει ήδη αρχίσει να δίνει ανάσες στην οικονομία μας.

Μας προσπερνά ένα ασκέρι με μπροστάρη έναν παπά. Τους ακολουθώ και φτάνω στον περίβολο της εκκλησίας. Ρίχνω μια ματιά στο δωμάτιο με τις λαμπάδες. Στο πρόσωπο του καντηλανάφτη αναγνωρίζω με έκπληξη το ροκαμπιλά του παρελθόντος. Αυτός πρέπει να είναι! Δεν έχει πια τσουλούφι και φαβορίτες. Εξακολουθεί όμως να κάνει τη δουλειά του με την ίδια συνέπεια και προσήλωση.

Advertisements
19/07/2012

Ημερολόγιο ανάγνωσης: Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ

του Τζόναθαν Κόου

Βρετανός πωλητής σε κατάθλιψη. Η σύζυγός του τον εγκατέλειψε, η έφηβη κόρη του τον περιφρονεί, ο πατέρας του τον είχε πάντα γραμμένο. Επιστρέφοντας από το Σίδνεϊ όπου είχε παει να δει τον τελευταίο, παραιτείται από τη δουλειά του και κλείνει μια ασυνήθιστη συμφωνία με μια εταιρία που κατασκευάζει οδοντόβουρτσες. Θα πρέπει να ταξιδέψει οδικώς μέχρι το βορειότερο σημείο του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο μιας πρωτοποριακής -και βέβαια καταδικασμένης σε αποτυχία- διαφημιστικής καμπάνιας. Και ενώ η κατάρρευση πλησιάζει, στην πλοκή εισέρχονται τα διηγήματα της συζύγου του, τα γραπτά του πατέρα του και κυρίως η ιστορία του ιστιοπλόου Ντόναλντ Κρόουχερστ, με τον οποίο ο ήρωας ταυτίζεται.

+: Σχετικά πρωτότυπη αλλά φιλική στον αναγνώστη δομή. Πινελιές από το είδος του του μυθιστορήματος πικαρέσκο (που προσωπικά αγαπώ). Θέματα επίκαιρα στον δυτικό κόσμο (μοναξιά, φόβος για συναισθηματικό άνοιγμα, ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν, αναζήτηση σεξουαλικής ταυτότητας). Χαρακτήρες καλοφτιαγμένοι. Η έκδοση (Πόλις) εξαιρετική.

-: Βρήκα κάπως «εύκολη» τη μεταμοντέρνα λύση του φινάλε με το συγγραφέα να εισέρχεται στην αφήγηση. Η εύρεση της «ταυτότητας» του ήρωα έγινε με τρόπο που δεν με έπεισε -βγήκε σαν κουνέλι από το καπέλο ταχυδακτυλουργού).

Για κάποιο λόγο ο ‘Ιδιωτικός βίος του Μ.Σ.» μου θύμισε βιβλίο του J. M. Coetzee. Όμως ο Coe δεν είναι σε καμία περίπτωση Coetzee.

Όπως και να έχει το βιβλίο το χάρηκα αρκετά. Επιπλέον μου έμαθε την ιστορία του Ντόναλντ Κρόουχερστ, ο οποίος -εν συντομία- το 1967 έλαβε μέρος στον πρώτο αγώνα μοναχικής πλεύσης γύρω από τον κόσμο. Όταν κατάλαβε ότι δεν θα τα καταφέρει, αποφάσισε να κρυφτεί σε ένα ασφαλές λιμανάκι κάποιου τροπικού νησιού και να εμφανιστεί ξανά στον τερματισμό. Τελικά τρελάθηκε -από τη μοναξιά; από το φόβο του μήπως αποκαλυφθεί η απάτη;- και αυτοκτόνησε. Περισσότερα μπορεί κανείς να βρει σε αυτό το ντοκιμαντέρ.

Το ταξίδι του Κρόουχερστ είναι και το θέμα ενός βίντεο της εικαστικού Tacita Dean (το έργο της Ντιν το αναφέρει και ο Κόου στο μυθιστόρημα).

11/07/2012

Γκιλοτίνες στο Σύνταγμα

Όπου κάνω έναν καινούριο φίλο και μαθαίνω μερικά πράγματα για την θανατική ποινή στην Ελλάδα…

(Πρώτη δημοσίευση: 1/7/2012 στο logbook του lifo.gr)

«Μωρέ κρεμάλες χρειάζονται! Να τους κρεμάσουν τσίτσιδους στο Σύνταγμα και να τους αφήσουν εκεί ένα μήνα!»

Τα λόγια αυτά τα ξεστόμισε με δυνατή, σταθερή φωνή ο συνεπιβάτης μου στο ταξί, ένας γκριζομάλλης κύριος με χρυσή καδένα και λιλά πόλο μπλουζάκι. Ο ίδιος άνθρωπος, λίγα λεπτά νωρίτερα ενώ περιμέναμε μαζί στην άκρη του δρόμου, μου είχε προτείνει να το παίξουμε φίλοι ώστε να μοιραστούμε το αντίτιμο της κούρσας –πηγαίναμε προς την ίδια κατεύθυνση. «Μενέλαος» συστήθηκε και μου έσφιξε το χέρι.

Στο πρώτο πεντάλεπτο της διαδρομής, ο καινούριος μου φίλος μας είχε ήδη εκμυστηρευτεί ότι στις πρώτες εκλογές ψήφισε Ανεξάρτητους Έλληνες αλλά στις 17 Ιουνίου Χρυσή Αυγή, γιατί στο μεταξύ κατάλαβε ότι ο Καμμένος είναι φλώρος (είχε βέβαια μεσολαβήσει και το γνωστό χαστούκι). Στη συνέχεια μας πληροφόρησε ότι για το μνημόνιο όπως και για τους λαθρομετανάστες, ευθύνονται δίχως αμφιβολία οι εβραίοι.

Μετά είπε αυτό με την κρεμάλα.

«Και ποιους θέλετε να κρεμάσουμε;» τον ρώτησε ο ταξιτζής με απρόσμενα ήρεμη φωνή.

«Και τους τρακόσιους του μπουρδέλου»

«Άρα και τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής…» συμπέρανα εγώ.

«Τους χρυσαυγίτες θα τους κρεμάσουμε πρώτους πρώτους», ξεκαθάρισε ο Μενέλαος. «Έτσι κι αλλιώς θα χαλάσουν και αυτοί εκεί μέσα».

Τίποτα το παράδοξο ως εδώ. Αυτού του τύπου η μπουρδολογία είναι στις μέρες μας τόσο συνηθισμένη ώστε, αν δεν υπήρχε η παρέμβαση του ταξιτζή, υποθέτω ότι θα ξεχνούσα αμέσως τη συζήτηση.

Ο τελευταίος  αφού μας προειδοποίησε ότι έχει ψάξει αρκετά το ζήτημα της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, άρχισε να μοιράζεται μαζί μας τις γνώσεις του.

Σύμφωνα λοιπόν με τα λεγόμενά του, η θανατική ποινή δεν ήταν ποτέ αγαπητή στην Ελλάδα. Κάθε άλλο μάλιστα. Για παράδειγμα, στις πρώτες εκτελέσεις το συγκεντρωμένο πλήθος, συγκλονισμένο από τις φωνές και τα παρακάλια των μελλοθάνατων, έπαιρνε με τις πέτρες το δήμιο.

Κάπως έτσι οι πρώτοι επαγγελματίες δήμιοι που είχαν έρθει μαζί με τη γκιλοτίνα τους από τη Γαλλία, τα βρόντηξαν και έφυγαν. Η θέση έμεινε κενή για αρκετό καιρό αφού κανείς δεν δεχόταν να τους αντικαταστήσει.

Τελικά προσλήφθηκε ένας θανατοποινίτης, ο οποίος έτσι γλίτωσε το κεφάλι του. Του παραχωρήθηκε για κατοικία το Μπούρτζι, το μικρό θαλάσσιο κάστρο του Ναυπλίου, ώστε να μην έρχεται σε επαφή με τους πολίτες. Όταν πέρασαν τα οκτώ χρόνια της συμφωνίας, ο δήμιος θέλησε να εγκαταλείψει την πόλη. Μόλις όμως απομακρύνθηκε έπεσε θύμα δολοφονίας.

Δυσκολία στο να βρεθεί δήμιος, υπήρχε και αργότερα. Μάλιστα, ένας κατάδικος αρνήθηκε μπροστά στη λαιμητόμο τη δελεαστική πρόταση που του έγινε (να του δοθεί επιτόπου χάρη με τον όρο να γίνει ο ίδιος δήμιος). Λίγα λεπτά αργότερα το κεφάλι του έπεφτε στο ειδικό καλάθι -το ντυμένο με λιόπανο, όπως μας πληροφόρησε ο ταξιτζής- που ήταν τοποθετημένο στο σωστό σημείο…

«Επίσης», συνέχισε, «δεν καταλαβαίνω την εμμονή που υπάρχει με την κρεμάλα. Από το 1830 μέχρι το 1916 το επίσημο μέσο θανάτωσης ήταν η γκιλοτίνα. Μετά ο τουφεκισμός. Η αγχόνη χρησιμοποιήθηκε μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα επί δικτατορίας Πάγκαλου (ως γνωστόν ήταν εκκεντρικός όπως και ο εγγονός του) και βέβαια στην Κατοχή. Μάλιστα στην Κατοχή εκείνοι που προτιμούσαν την κρεμάλα ήταν οι Γερμανοί και οι ράλληδες (οι γερμανοτσολιάδες) οι οποίοι εκτελούσαν με αυτόν τον τρόπο Έλληνες πατριώτες.

Οπότε, ίσως είναι προτιμότερο αντί για κρεμάλες να στήσουμε γκιλοτίνες. Ταιριάζει πιο πολύ στην ιστορία και την κουλτούρα μας. Και αν κρίνω από τα λεγόμενα του κυρίου, πιθανολογώ ότι σήμερα θα βρούμε και σχετικά εύκολα δήμιο», είπε ο οδηγός καθώς άναβε τα αλάρμ –είχαμε φτάσει στο σημείο που θα κατέβαινε ο Μενέλαος.

Ο τελευταίος μου άφησε τρία ευρώ, μου είπε ένα μασημένο «χαιρετίσματα στην οικογένεια» και βγήκε από το ταξί προβληματισμένος.

«Τι να κάνουμε…» μουρμούρισε ο ταξιτζής κοιτώντας με από τον καθρέφτη. «Είμαστε υποχρεωμένοι να δεχόμαστε τους φίλους μας με τα ελαττώματά τους»

ΥΓ. Αργότερα, παρακινημένος από τη διάλεξή του έκανα μια μικρή έρευνα και βρήκα κάποιες ενδιαφέρουσες -αν και ελάχιστα χαριτωμένες- λεπτομέρειες. Διάβασα για παράδειγμα ότι αν ο κατάδικος λιποθυμούσε ή έχανε τα λογικά του μπροστά στη γκιλοτίνα, η εκτέλεση αναβαλλόταν μέχρι να συνέλθει. Επίσης, ότι οι μελλοθάνατοι ήταν παρόντες στην κηδεία τους η οποία γίνοταν λίγα λεπτά πριν από την εκτέλεση.

Εδώ υπάρχει μια αρκετά κατατοπιστική παρουσίαση του θέματος, ενώ εδώ, η δημοσιογραφική κάλυψη μιας εκτέλεσης που έγινε στο Ναύπλιο στις αρχές του 20ου αιώνα.

Σε αυτό το πολύ ψαγμένο blog (μου το έμαθε η φίλη μου η Ιωάννα η οποία λατρεύει τις ιστορίες εγκλημάτων- σε βαθμό που μου μπαίνουν ψύλλοι στα αυτιά μήπως έχει διαπράξει κανένα) διαβάζει κανείς ότι τα κεφάλια των εκτελεσθέντων στην γκιλοτίνα διατηρούσαν κάποια ίχνη συνείδησης για λίγα δευτερόλεπτα. Κι όμως, αυτός ο τρόπος εκτέλεσης θεωρείται ανθρωπιστικός συγκριτικά με την αγχόνη…

«Αν έχεις δει με τα μάτια σου την γκιλοτίνα δεν μπορείς να να αδιαφορείς για τη θανατική ποινή. H γκιλοτίνα δεν είναι ουδέτερη και δεν μας επιτρέπει να παραμένουμε ουδέτεροι», γράφει ο Ουγκώ, στους Άθλιους.