Archive for Φεβρουαρίου, 2013

19/02/2013

ο φούρνος του Αργύρη

Καλοκαίρι 1974, σε ένα θέρετρο κοντά στην Αθήνα. Ο Αργύρης δουλεύει στον φούρνο του πατέρα του. Είναι ερωτευμένος με ένα συνομήλικό του κορίτσι, την Πάτυ. Όμως ο Τάσος, ο μικρός αδελφός της, τον ταλαιπωρεί. Όταν ο Τάσος εξαφανίζεται, η γειτονιά πείθεται ότι «τον πήραν οι γύφτοι».

Δεκαετία του 1990. Ο Αργύρης έχει πια το δικό του αρτοποιείο. Μια μέρα δέχεται μια επίσκεψη…

Αυτή πάνω κάτω είναι η υπόθεση μιας ταινίας μικρού μήκους, που, μαζί με μια παρέα στενών φίλων και συνεργατών, γυρίσαμε το 2003.  Πρόσφατα την ανέβασα στο youtube οπότε όσοι έχουν 19 λεπτά για χάσιμο, μπορούν να τη δουν.

Ο Φούρνος του Αργύρη (The Bakery), 2003, 19 λεπτά

Παίζουν: Γρηγόρης Ποιμενίδης, Νοτίνα Κοντογιάννη, Ανδρέας Μπάλτσης, Δημήτρης Τσάτσος, Άννα Τσίγκα, Ευγενία Μουστάκα, Καρολίνα Μιζάν, Αγαπητός Ροδουσάκης, Χαρούλα Αγγελίδη

Σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ: Γιώργος Παναγιωτάκης

Φωτογραφία: Γιώργος Γουντζούλιας

Μουσική: Κάτια Μολφέση

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Εύη Παναγιωτάκη

Advertisements
06/02/2013

Ο Σεχζάτ δεν θα έρθει για κρίκετ

(πρώτη δημοσίευση: 22/1/2013, στη στήλη logbook στο lifo.gr)

Χτες πήγα για τρέξιμο στο άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας. Έχω βρει μια πολύ ωραία διαδρομή, ένα στενό χωμάτινο μονοπάτι που διασχίζει την χλόη και χάνεται μέσα στα δέντρα.

Όπως διαβάζω στο σάιτ του δήμου Νέας Φιλαδέλφειας, τα δέντρα αυτά έχουν μεγάλη ιστορία. (Ίσως όχι όσο η ελιά του Πλάτωνα, αλλά πάντως μεγάλη.)

Το πρώτο το φύτεψε η βασίλισσα Σοφία το 1914. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, το 1939, ο γιός της Σοφίας βασιλιάς Γεώργιος έκανε αναδάσωση 480 στρεμμάτων. Στη διάρκεια της Κατοχής, τα δέντρα της Σοφίας και του Γεώργιου μετατράπηκαν σε καυσόξυλα από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, μετά τον πόλεμο έγινε νέα αναδάσωση. Από τη νύφη του Γεώργιου, τη βασίλισσα Φρειδερίκη.   Τις επόμενες μεγάλες δεντροφυτεύσεις, το σάιτ του δήμου δεν μας λέει ποιος τις έκανε. Ίσως γιατί έγιναν τη δεκαετία του 90, μετά δηλαδή από την κατάργηση της βασιλείας και συνεπώς ήταν μπας-κλας.

cricket1

Εκτός από εμάς τους δρομείς, στα μονοπάτια και τα ξέφωτα του άλσους μπορεί κανείς να βρει δύο ακόμη συνομοταξίες ανθρώπων. Τους ιδιοκτήτες σκύλων και τους παίκτες κρίκετ. Οι τελευταίοι είναι όλοι τους μέλη της πακιστανικής κοινότητας και είναι πολύ συνεπείς στα απογευματινά ραντεβού τους. Όσες φορές έχω πάει στο άλσος βρίσκονται εκεί και παίζουν.   Οι βιρτουόζοι φορούν συνήθως πράσινες φανέλες της εθνικής Πακιστάν και, πριν τη βολή, χτυπούν το μπαστούνι τους στο χώμα με άψογο στυλ. Οι υπόλοιποι –η πλέμπα- φορούν απλά ότι έχουν και ακροβολίζονται στα δέντρα για να πιάσουν το μπαλάκι. Κάποιοι, περιμένοντας μιλούν στο κινητό τους. Πριν από κάθε βολή επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μόλις ακούγεται το χτύπημα όλοι ξεσπούν σε φωνές και παραινέσεις.

Οι τρεις φυλές του πάρκου σπάνια μπερδεύονται η μια στα πόδια της άλλης. Το πολύ να μπλεχτεί κάποιο κουτάβι στα πόδια κάποιου δρομέα ή να υποχρεωθούν οι παίκτες του κρίκετ να περιμένουν λίγο μέχρι να περάσουν οι σκύλοι με τους ιδιοκτήτες τους. Εμείς οι δρομείς πάλι, είμαστε αναγκασμένοι να έχουμε το νου μας όταν περνάμε από το ξέφωτο. Μπορεί να διακόψουμε κατά λάθος κάποια βολή ή, ακόμη χειρότερα, να φάμε το μπαλάκι στο κεφάλι.

Αυτό το βάσανο, του να προσέχεις όταν περνάς από το ξέφωτο, δεν το άντεξε χτες ένας από εμάς. Ήταν ένας πενηντάρης με αθλητικό ρουχισμό που θα ζήλευε και ο Γιώργος Παπανδρέου. Ο κύριος αυτός αγανάχτησε και έβαλε τις φωνές στους παίκτες του κρίκετ. Κάποιοι από τους ιδιοκτήτες σκύλων έσπευσαν να του συμπαρασταθούν. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι «θα χτυπήσει κανένα παιδί». Στην ευρύτερη περιοχή βέβαια, δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα παιδιά. Θα μπορούσε όμως να εμφανιστεί ξαφνικά κάποιο, έτσι δεν είναι; Για το λόγο αυτό οι πολέμιοι του κρίκετ είπαν ότι θα καλούσουν την αστυνομία.

Τους είπα ότι γίνονταν υπερβολικοί ως προς τον κίνδυνο που απειλούσε τα παιδιά μας.  «Υπερβολικοί; Εμάς άμα πηγαίναμε στη χώρα τους, θα μας άφηναν να τρέξουμε στο πάρκο;» αναρωτήθηκε ο δρομέας με την στολή Παπανδρέου.

«Σιγά μην έχουν πάρκα στην χώρα τους», είπε ένας ιδιοκτήτης σκύλου.

Μια κυρία έθεσε το ζήτημα σε διαφορετική βάση. «Κοιτάξτε, εγώ δεν έχω πρόβλημα που είναι Πακιστανοί –δεν είμαι ρατσίστρια. Αλλά με ποιο δικαίωμα κάνουν κατάληψη σε δημόσιο χώρο;»

«Και μάλιστα σε μια χώρα που τους φιλοξενεί!» συμπλήρωσε ο δρομέας.

Η μίνι κρίση στο πάρκο λύθηκε με την παρέμβαση ενός κοτσονάτου ηλικιωμένου, ο οποίος πέρασε από δίπλα με βηματισμό ορεσίβιου. Πρέπει να ήταν κοντά στα ογδόντα, κάτι που σημαίνει ότι ζούσε την εποχή που τα δέντρα της Σοφίας και του γιου της είχαν γίνει καυσόξυλα.

«Παιδιά είναι και αυτά, μωρέ», είπε σηκώνοντας με μια μεγαλόπρεπη κίνηση την γκλίτσα του. «Αφήστε τα να χαρούν λίγο».

Τα λόγια του και βασικά ο τρόπος που τα είπε, είχαν καταλυτική επίδραση στη διαμάχη. Η συμμαχία των πολέμιων του κρίκετ ατόνησε. Οι ιδιοκτήτες των σκύλων άρχισαν να κουβεντιάζουν για τις συνήθεις των σκυλιών τους. Ο δρομέας με τη στολή Παπανδρέου πάτησε ξανά το χρονόμετρο και συνέχισε το τρέξιμο –σπασμένος λίγο που είχε χάσει το ρυθμό του. Οι δε παίκτες του κρίκετ, οι οποίοι μέχρι τότε χαμογελούσαν αμήχανα, συνέχισαν τον αγώνα τους.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη τη στιγμή μου ήρθε στο μυαλό ο Σεχζάτ Λουκμάν, το θύμα του φονικού των Πετραλώνων. Άραγε έπαιζε κρίκετ; Μπορεί και να μην του άρεσε, όπως φαντάζομαι δεν αρέσει σε όλους τους Βραζιλιάνους το ποδόσφαιρο ή σε όλους του Γερμανούς το λουκάνικο.

Μπορεί όμως και να έπαιζε. Να ήταν ένας από τους νάρκισσους βιρτουόζους και να χτυπούσε με στυλ το μπαστούνι στο έδαφος. Ή ένας από τους άλλους, τους δευτεραγωνιστές και να έψαχνε το μπαλάκι στα χόρτα μιλώντας στο κινητό του.   Σε κάθε περίπτωση, ο Σεχζάτ Λουκμάν δεν θα μπορέσει να επισκεφτεί ξανά κάποιο από τα πάρκα που εμείς -χάρη και στους παλαιούς βασιλείς μας- διαθέτουμε.

Ένας καταληψίας λιγότερος για το δημόσιο χώρο μας, που θα έλεγε και η μη ρατσίστρια κυρία.

 (Ο τίτλος του άρθρου είναι «κλεμμένος» από το βιβλίο του Πάνου Χριστοδούλου Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές

ΥΓ1. Μια μέρα, πριν από δύο περίπου χρόνια, ανάμεσα στους παίκτες του κρίκετ είδα κι ένα αγόρι που κοιτούσε τους ροπαλοφόρους με ονειροπόλο βλέμμα. Τον ονόμασα Κεντάρ και τον έβαλα σαν δευτερεύοντα αλλά αρκετά σημαντικό ήρωα, στη σειρά βιβλίων που ετοίμαζα τότε. Τον έκανα όμως ινδικής καταγωγής, κάτι που, πιθανόν, να μην άρεσε στους Πακιστανούς του πάρκου. Τουλάχιστον σε κάποιους από αυτούς. Γιατί έχω την υποψία ότι, όπως οι δρομείς και οι ιδιοκτήτες σκύλων, έτσι και οι παίκτες του κρίκετ δεν είναι όλοι τους ένα πράγμα.

ΥΓ2. Εκτός από κρίκετ οι Πακιστανοί της Αθήνας παίζουν κι ένα άλλο ομαδικό άθλημα στα ιερά πάρκα μας. Είναι ένα είδος βόλεϊ δικής τους επινοήσεως. Παίζεται με μια μπάλα μικρότερη και πιο βαριά από την μπάλα του βόλεϊ, ενώ ο αριθμός των παικτών που στήνονται από τις δυο μεριές του φιλέ, δεν είναι σταθερός. Μπορεί να είναι από έξι ως σαράντα. Κοινώς, όσοι είναι εκεί χωρίζονται και παίζουν. Το γήπεδο δεν έχει σαφείς διαστάσεις και οι κανόνες είναι γενικά χαλαροί. Σερβίς, μανσέτες, πάσες και τα λοιπά δεν χρειάζεται να κάνεις. Απλά βαράς τη μπάλα για να περάσει από την άλλη πλευρά κι ό,τι βγει. Αν κρίνει κανείς από τις φωνές, τα γέλια και τους τσακωμούς πρέπει να είναι πολύ διασκεδαστικό.