Archive for Οκτώβριος, 2013

31/10/2013

Αλίντα Δημητρίου. «Να δώσουμε φωνή στους αποκλεισμένους»

(To κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 21 του περιοδικού Unfollow)

Για πρώτη φορά δούλεψα μαζί της στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Η Αλίντα ήταν τότε γύρω στα 65. Μια κοντούλα στρουμπουλή κυρία με παιδικά μάτια, που μιλούσε σαν βραχνιασμένος νταλικέρης και οδηγούσε το ταλαίπωρο σκόντα της σαν μύωπας ραλίστας. Περιφερόταν άφοβη στα ορυχεία όπου κάναμε γύρισμα και τρέχαμε να την πιάσουμε για να μην σκοτωθεί. Μπορούσε να καταστρέψει ένα δύσκολο πλάνο για να ρωτήσει τον μπούμαν αν κουράστηκε. Όταν σταματούσαμε για φαγητό, σε τάιζε σχεδόν στο στόμα. Αν έλεγες δεν πεινάω, τσαντιζόταν: «Δεν πεινάς, δεν διψάς, δεν γαμάς…».

Οι ωραίες συνθέσεις και τα καλοφωτισμένα πλάνα την άφηναν αδιάφορη. «Το θέμα είναι να δώσουμε φωνή στους αποκλεισμένους. Να πουν την αλήθεια τους. Και να πάμε παρακάτω», μου είπε ένα βράδυ, στη Μεγαλόπολη, εκεί που φορτώναμε τα πράγματα στο σκόντα.

Η αύρα της ήταν θαυματουργή. Κουρασμένοι ανθρακωρύχοι της εκμυστηρεύονταν μύχιες σκέψεις, βολεμένοι ΔΕΗτζήδες γίνονταν για χάρη της κασκαντέρ και νεαροί κινηματογραφιστές άφηναν στην άκρη τον στυλιζαρισμένο κυνισμό και στρατεύονταν στο πλευρό της. Υπήρχαν βέβαια και οι περιπτώσεις που η κρούστα δεν ράγιζε με τίποτε. Το καταλάβαινε αμέσως και έλεγε: «Πάμε παρακάτω».

Για τελευταία φορά την είδα σε μια αίθουσα προβολής. Ήταν η πρεμιέρα της ταινίας «Η ζωή στους βράχους». Κάποια στιγμή, στην οθόνη, μια ηλικιωμένη γυναίκα δείχνει στην κάμερα το δίκοχο με το σήμα του Δημοκρατικού Στρατού που το είχε κρυμμένο για χρόνια σε μια ντουλάπα.

«Φόρεσέ το βρε να σε χαρούμε!» άκουσα κάποια να μονολογεί δίπλα μου.

Ήταν μια άγνωστη γριούλα που παρακολουθούσε δακρυσμένη την ταινία.  

«Συγνώμη αγόρι μου», είπε όταν κατάλαβε ότι την κοίταζα. «Αλλά σήμερα έφυγε ένα βάρος». 

Θυμήθηκα τα λόγια της Αλίντας, εκείνο το βράδυ στη Μεγαλόπολη: «Να δώσουμε φωνή στους αποκλεισμένους. Να πουν την αλήθεια τους. Και να πάμε παρακάτω».

 

Η Αλίντα Δημητρίου γύρισε δεκάδες ντοκιμαντέρ. Τα περισσότερα σε εργοστάσια, ορυχεία και γενικά χώρους εργασίας «ανώνυμων» ανθρώπων. Κύκνειο άσμα της η συγκλονιστική τριλογία για τις άγνωστες γυναίκες που έδρασαν στην Αντίσταση («Πουλιά στον βάλτο», 2008), στον εμφύλιο και την εξορία («Η ζωή στους βράχους», 2009) και στα χρόνια της χούντας («Κορίτσια της βροχής», 2012). Πέθανε στα ογδόντα της τον Ιούλιο του 2013. 

26/10/2013

Τα παλιά σπίτια είναι η σωτηρία μας

Το σπίτι μας στο χωριό και ο κρυμμένος θησαυρός των Γερμανών

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 7/8/2013)

Tα σπίτια γερνούν όπως οι άνθρωποι. Το δικό μας σπίτι στο χωριό είναι ήδη αρκετά παλιό. Χτίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’20. Από τότε έχουν γίνει κάποιες μετατροπές, όμως ο βασικός κορμός παραμένει ίδιος. Φέτος, μου φάνηκε πιο γερασμένο από ποτέ.

1923Weddind

Η υγρασία που πιστεύαμε ότι είχε νικηθεί οριστικά με την επισκευή της στέγης, έχει κάνει την αντεπίθεσή της. Ειδικά στο κάτω πάτωμα, καθώς είσαι ξαπλωμένος ακούς τα τρίμματα από τον σοβά να πέφτουν διαρκώς στο σεντόνι σου. Παρότι οι κληρονόμοι είμαστε πολλοί, δεν μπορούμε να βρούμε τα χρήματα που χρειάζονται για να το συντηρήσουμε σωστά.

«Θα μας πέσει στο κεφάλι καμιά μέρα», λένε οι δίδυμες κόρες του πρώτου ιδιοκτήτη –του παππού μου.

Αυτές ήταν οι τελευταίες που γεννήθηκαν μέσα στο σπίτι. Είχαν προηγηθεί η μεγάλη κόρη και ένα αγόρι που πέθανε λίγες μέρες μετά. Ακολούθησαν άλλα τρία κορίτσια και στα μέσα της δεκαετίας του ’30, ήρθαν οι δίδυμες. Σύνολο έξι κόρες. Εκτός από το βιαστικό αγόρι, μέσα στο σπίτι πέθανε και η μητέρα του. Αργότερα, σε άλλα μέρη και με σχεδόν ηλικιακή σειρά πέθαναν ο πατέρας και οι τέσσερις πρώτες κόρες.

Τα παλιά σπίτια κρύβουν πολλές ιστορίες. Στην Κατοχή, το μεγαλύτερο από τα τρία επάνω δωμάτια στέγασε κάποιες τάξεις του σχολείου, αφού στο κανονικό είχαν καταλύσει οι στρατιώτες. Αργότερα, το δωμάτιο αυτό επιτάχτηκε από τους Γερμανούς. Οι μαθητές έφυγαν και στην θέση τους ήρθαν τρεις αξιωματικοί. (Το γεγονός αυτό, δεκαετίες αργότερα, έκανε εμένα και την αδελφή μου να ψάχνουμε μανιωδώς για τον κρυμμένο θησαυρό, που είχαμε αποφασίσει ότι υπάρχει κάτω από το πάτωμα). Οι αξιωματικοί ήταν πολύ ευγενικοί και δεν γυρνούσαν ούτε να κοιτάξουν τα κορίτσια. Παρ’ όλα αυτά η μεγάλη κόρη τους μιλούσε πάντα με περιφρόνηση. Η ίδια είχε σκοπό να το σκάσει και να γίνει αντάρτισσα, αλλά οι γονείς την πήραν πρέφα και την κλείδωσαν στο κατώγι –εκεί όπου τώρα πέφτουν οι σοβάδες στο σεντόνι σου.

Το χωριό γνώρισε λίγες, σχετικά, συμφορές εκείνα τα χρόνια. Η μεγάλη αδελφή, αυτή που θα γινόταν αντάρτισσα, μου είχε μιλήσει για το δεκαπεντάχρονο εβραιόπουλο από τη Χαλκίδα, που το έφεραν και το εκτέλεσαν λίγα μέτρα από το σπίτι. «Να δεις πως φώναζε και έκλαιγε το καημένο», μου είπε ένα καλοκαιρινό βράδυ στην αυλή, λίγους μήνες πριν πεθάνει.

Εκτός από τα μέλη της οικογένειας και τους ευγενικούς αξιωματικούς, το σπίτι φιλοξένησε κάποτε και έναν νοικάρη. Ήταν ένας νεαρός δημόσιος υπάλληλος που έμενε στο κατώγι –που στο μεταξύ είχε αλλάξει χρήση. Τα κορίτσια τον κατασκόπευαν από μια τρύπα του πατώματος και για να τον πειράξουν του έριχναν από εκεί σταφίδες.

Υπάρχουν πολλές ακόμη ιστορίες όπου πρωταγωνιστεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το σπίτι. Κάποιες τις έχω ζήσει και εγώ: το ποντίκι που είχε εγκλωβιστεί σε μια τρύπα του τοίχου και τον έξυνε κάθε βράδυ μέχρι που σώπασε. Η επώδυνη τούμπα μου, αλλά και πολλά καλοκαίρια μετά και της κόρης μου, από την ίδια απότομη σκάλα. Τα βήματα που άκουγα μια φθινοπωρινή νύχτα που ήμουν μόνος μου και που ποτέ δεν έμαθα τι ακριβώς ήταν…

Τη μέρα που φεύγαμε για την Αθήνα ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Εκεί αναγράφεται ξεκάθαρα ότι αυτό το παλιό σπίτι -που χτίστηκε πριν έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, που έγινε σχολείο, που επιτάχτηκε, που έζησε γεννήσεις και θανάτους και που θα μας πέσει στο κεφάλι αφού δεν μπορούμε να το συντηρήσουμε- έχει τώρα μια νέα αποστολή: Να σώσει τη χώρα, μέσω του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ακινήτων, το οποίο (έκπληξη!) θα συνεχιστεί όπως φαίνεται και τα επόμενα χρόνια. Το ποσό δεν είναι μεγάλο. Μονάχα 440 ευρώ του έχουν καταμερίσει για φέτος.

Είναι φανερό ότι εκεί στο υπουργείο δεν έχουν ιδέα για τον θησαυρό των Γερμανών που παραμένει κρυμμένος κάτω από το πάτωμα.

(Η φωτογραφία προέρχεται από τη συλλογή της φωτογράφου Dorothy Burr Thompson)