Archive for Απρίλιος, 2015

28/04/2015

Κλασική λογοτεχνία για νέους στον κινηματογράφο

(Το κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος που έκανε το λογοτεχνικό περιοδικό «ο αναγνώστης» στα βιβλία «O άρχοντας των μυγών», «Ο Μεγάλος Μωλν», «Eroïca» και «Ο φύλακας στη σίκαλη». Συμμετείχαν και οι Μαρίζα Ντεκάστρο, Κατερίνα Καρατάσου, Ελένη Σβορώνου και Αριστοτέλης Σαϊνης)

fullwidth.6f77ae28

Εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, η λεγόμενη young adult λογοτεχνία γνωρίζει μια πρωτοφανή κινηματογραφική άνοιξη. Κάθε επιτυχημένο μυθιστόρημα του είδους, μεταφέρεται αμέσως στην οθόνη, κόβοντας –συνήθως- πολλά εισιτήρια και δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερο ρεύμα για το βιβλίο.

Παλαιότερα τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Οι κινηματογραφικοί παραγωγοί απέφευγαν να επενδύσουν σε σενάρια προερχόμενα από την εφηβική και νεανική λογοτεχνία, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο είχε μεγάλο ρίσκο. Και είναι αλήθεια ότι, πέρα από τις συνηθισμένες δυσκολίες που εμπεριέχει η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στο σινεμά, εδώ υπάρχει και η ιδιαιτερότητα του κοινού το οποίο, θεωρητικά, αποτελεί και το target group της ταινίας. Πώς να το προσεγγίσεις δίχως να αποτρέψεις τις άλλες ηλικιακές ομάδες από το να συρρεύσουν στις αίθουσες;  Ακόμη δυσκολότερη είναι η κινηματογραφική μεταφορά ενός παλαιότερου βιβλίου που, όσο σημαντικό και διαχρονικό και αν είναι, έχει γραφτεί με γνώμονα τους νέους και την κουλτούρα μιας άλλης εποχής.

Το πρόβλημα της χρονικής απόστασης δεν ήταν τόσο έντονο στην μεταφορά του «Άρχοντα των Μυγών» που επιχείρησε ο Peter Brook το 1963. Το βιβλίο του William Golding είχε εκδοθεί εννέα χρόνια πριν, σε μια εποχή όπου ήδη αναδύονταν οι ανησυχίες και «ψήνονταν» οι ανατροπές που χαρακτήρισαν τα 60’s. Παράλληλα, ήταν η εποχή της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου και της αγωνίας για τις επιπτώσεις μιας πυρηνικής σύρραξης. Ο Golding, λοιπόν, στήνει την ιστορία του σε ένα απομονωμένο νησί, στο περιθώριο ενός αδιευκρίνιστου πολέμου. Εκεί βρίσκει καταφύγιο μια ομάδα αγοριών έπειτα από ένα ατύχημα. Σύντομα, τα παιδιά θα αρχίσουν να ξεχνούν ή να αμφισβητούν τις νόρμες του πολιτισμού και να αφήνονται σε μια άγρια, πρωτόγονη σχεδόν κατάσταση. Την ίδια στιγμή όμως, συνεχίζουν να αναλαμβάνουν ρόλους και να αναπαράγουν μοντέλα προερχόμενα από την παλιά τους ζωή.

Ο Brook, ένας κατά βάση θεατρικός σκηνοθέτης, επιχείρησε μια κάπως πειραματική προσέγγιση. Για παράδειγμα, θέλοντας να βάλει τους ανήλικους –και φυσικά ερασιτέχνες- ηθοποιούς του στο κλίμα του βιβλίου, επέλεξε να γυρίσει την ταινία σε ένα νησί της Καραϊβικής, μακριά από τους περισπασμούς ενός οικείου τόπου. Επιπλέον, ελπίζοντας ότι η απειρία τους θα καλυπτόταν πίσω από την υποκριτική αμεσότητα, φρόντισε ώστε να μην γνωρίζουν το κείμενο αλλά να το μαθαίνουν επί τόπου πριν από την κάθε λήψη. Η αυτοσχεδιαστική λογική είναι φανερή και στο αισθητικό μέρος. Η χρήση της κάμερας, η -ασπρόμαυρη- φωτογραφία και το μοντάζ έχουν σαφώς δευτερεύοντα ρόλο, με το κύριο βάρος να πέφτει στην πρόζα και στην μέσω αυτής ανάπτυξη των χαρακτήρων. Οι επιλογές αυτές οδήγησαν τελικά σε μια κάπως «κουμπωμένη» ταινία, που μένει δέσμια στη λογοτεχνική δομή του σεναρίου.  Έτσι, παρά τις μεμονωμένες αρετές της, η μεταφορά του Peter Brook αδυνατεί να βρει τον δικό της βηματισμό και να φτιάξει τον δικό της πειστικό κόσμο.

Η δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του  μυθιστορήματος, έγινε το 1990 από τον Βρετανό Harry Hook -έναν τηλεοπτικό σκηνοθέτη με μικρή εμπειρία στη μεγάλη οθόνη. Εδώ έχουμε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση, με το σενάριο να παίρνει σημαντικές ελευθερίες και αποστάσεις από το πρωτότυπο. Ενδεικτικά, η ιστορία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, κάτι που υποδηλώνεται από ατάκες σχετικές με την ποπ κουλτούρα της εποχής. Ακόμη, δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πόλεμο, ενώ οι ήρωες δεν είναι απλοί μαθητές ή μέλη μιας σχολικής χορωδίας όπως στο βιβλίο, αλλά σπουδαστές μιας στρατιωτικής σχολής. Η τελευταία επιλογή είναι ολοφάνερα ατυχής καθώς υπονοεί μια προϋπάρχουσα εξοικείωση με την ιεραρχία. Σκηνοθετικά, διακρίνεται μια προσπάθεια να τονιστεί το στοιχείο της περιπέτειας. Όμως, καθώς η ουσία του συγκεκριμένου βιβλίου δεν βρίσκεται στη δράση, σύντομα το ενδιαφέρον ξεφουσκώνει.

Δύο είναι οι κινηματογραφικές μεταφορές και στην περίπτωση του «Μεγάλου Μωλν». Το βιβλίο εκδόθηκε το 1913 και ήταν το μοναδικό που πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Alain Fournier πριν χαθεί έναν χρόνο μετά, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα από την σχέση του αφηγητή με έναν λίγο μεγαλύτερο νεαρό τον οποίο έχει ως ίνδαλμα, ο αναγνώστης κάνει ένα ταξίδι στα ασαφή, μπερδεμένα μονοπάτια της εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας και βιώνει τις τάσεις φυγής, τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τα μεγάλα πάθη που ξυπνούν με την αυγή της ενηλικίωσης.

Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά έγινε το 1967, από τον Jean-Gabriel Albicocco, έναν από τους λιγότερο γνωστούς εκπροσώπους της γαλλικής nouvelle vague, η οποία ευδοκιμούσε τότε. Πρόκειται για μια αρκετά δυσεύρετη ταινία, που ακολουθεί χαλαρά την πλοκή του μυθιστορήματος ρίχνοντας το κύριο βάρος στο εικαστικό μέρος. Με την ευρεία χρήση χρωματικών και διαθλαστικών φίλτρων ο Albicocco δημιουργεί μια ονειρική, ρομαντική ατμόσφαιρα που γίνεται ακόμη πιο έντονη με τη βοήθεια της μουσικής επένδυσης. Οι σκηνοθετικές αυτές επιλογές πιθανόν να ξενίσουν έναν σημερινό θεατή. Κυρίως δε έναν νέο ο οποίος έχει συνηθίσει σε ταινίες με μεγαλύτερη δράση και πολύ πιο γοργούς ρυθμούς.

Η δεύτερη ταινία -και αυτή γαλλική- γυρίστηκε το 2006. Σκηνοθέτης της ο Jean Daniel Verhaeghe, ο οποίος έχοντας μεταφέρει στην τηλεόραση αρκετά κλασικά μυθιστορήματα («Ευγενία Γκραντέ», «Χωρίς οικογένεια» κ. α.), διέθετε όλα τα εχέγγυα για να κάνει μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ταινία πάνω στο βιβλίο του Fournier. Και η αλήθεια είναι πως ο δικός του «Μωλν», παρότι δεν διεκδικεί δάφνες κινηματογραφικής πρωτοτυπίας, είναι μια καλή ταινία εποχής με στρωτή αφήγηση, αξιόλογες ερμηνείες και υψηλό επίπεδο παραγωγής. Επιπλέον ακολουθεί πιστά την δομή του πρωτότυπου, κάνοντας μικρές μόνο διαφοροποιήσεις όπου είναι απολύτως απαραίτητο. Η μόνη σημαντική αλλαγή έρχεται στο φινάλε. Εκεί το σενάριο παίρνει το θάρρος να ενσωματώσει στην αφήγηση και στη ζωή των ηρώων, το πικρό τέλος που είχε ο ίδιος ο Alain Fournier.

Την εποχή που ο συγγραφέας του «Μεγάλου Μωλν» έχανε τη ζωή του στον Μεγάλο Πόλεμο, ο Κοσμάς Πολίτης εργαζόταν ακόμη σαν τραπεζικός υπάλληλος στην Σμύρνη. Στα γράμματα εμφανίστηκε πολύ αργότερα, το 1930. Η δε Eroïca εκδόθηκε το 1938, όταν ο συγγραφέας έκλεινε τα πενήντα του χρόνια. Το πολυεπίπεδο αυτό έργο, ένα από τα πρώτα της ελληνικής λογοτεχνίας που ασχολούνται επί της ουσίας με τους εφήβους και τις ανησυχίες τους, έχει κάποια στοιχεία που το καθιστούν «αντικινηματογραφικό». Για παράδειγμα, όπως γράφει ο Απόστολος Σαχίνης -και σταχυολογεί η Ελένη Σβορώνου στο κείμενό της εδώ, στον Αναγνώστη-  «η Eroïca δεν έχει κεντρική υπόθεση και πλοκή και ίσως η αξία και η γοητεία της να οφείλεται περισσότερο στις λεπτομέρειες. Όλα μέσα στο μυθιστόρημα αυτό μετεωρίζονται με χάρη ανάμεσα στην υλική ζωή και την αϋλοσύνη, όλα συμβαίνουν σε μια σφαίρα ιδεατή, όπου εξανεμίστηκαν οι αισθήσεις».

Τα παραπάνω δεν απέτρεψαν τον Μιχάλη Κακογιάννη, από το να τολμήσει μια κινηματογραφική μεταφορά. Η ταινία γυρίστηκε το 1960, πέντε χρόνια έπειτα από το θριαμβευτικό του ντεμπούτο με τη «Στέλλα», σε μια εποχή που ο σκηνοθέτης είχε ήδη αποκτήσει φήμη στο εξωτερικό και δεχόταν προτάσεις για διεθνείς παραγωγές. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που επέλεξε ως κύρια γλώσσα τα αγγλικά. Η Eroïca η οποία είναι γνωστή διεθνώς με τον τίτλο “Our Last Spring”, προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου εκείνης τη χρονιάς (δίπλα σε ταινίες όπως τα «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ, «Ο πορτοφολάς» του Ρομπέρ Μπρεσόν, «Άγριο Ποτάμι» του Καζάν, κ.α.) και απέσπασε γενικά θετικές κριτικές. Αν και δεν συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του Κακογιάννη, ο θεατής δεν μπορεί να μην συγκινηθεί από το ιδεαλιστικό της πνεύμα, αλλά και να θαυμάσει διάφορα επιμέρους στοιχεία (την εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα δυναμικά καδραρίσματα του Βάλτερ Λάσαλι, τα ντεκόρ και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, τη μουσική του Αργύρη Κουνάδη) που την καθιστούν απείρως ανώτερη από το μέσο όρο του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής.

Τρεις σχεδόν δεκαετίες αργότερα, το 1999, η Eroïca μεταφέρθηκε και στην μικρή οθόνη, μέσα από μια αξιοπρεπή -αλλά όχι και αξιομνημόνευτη- μίνι σειρά που σκηνοθέτησε ο Πάνος Κοκκινόπουλος. Η παραγωγή αυτή της ΕΡΤ  ήταν η δεύτερη πάνω σε έργο του Κοσμά Πολίτη, έπειτα από το ιστορικό «Λεμονοδάσος» της Τώνιας Μαρκετάκη.

Το βιβλίο που συμπληρώνει την τετράδα αυτού του μικρού αφιερώματος, ο «Φύλακας στη Σίκαλη» (ή αλλιώς «Στα στάχια, στη σίκαλη, ο πιάστης» σύμφωνα με την καινούρια μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη), λάμπει δια της απουσίας του από την οθόνη. Ο Salinger ήταν εξαρχής αντίθετος με την ιδέα μιας κινηματογραφικής διασκευής, καθώς θεωρούσε αδύνατο να επιτευχθεί κάτι τέτοιο χωρίς να χαθεί η ουσία του βιβλίου του. Όσοι μέσα στα χρόνια προσπάθησαν να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη και να δώσει την έγκρισή του, βρήκαν απέναντί τους έναν τοίχο. Έτσι, η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ. Έπειτα όμως από τον θάνατό του εκκεντρικού συγγραφέα το 2010, η συζήτηση έχει αναθερμανθεί. Το ίδιο και οι ελπίδες όλων εκείνων που ονειρεύονται να δουν τον Χόλντεν, τον ήρωα του βιβλίου, να ρίχνει επιτέλους την σκιά του και στη μεγάλη οθόνη…

Advertisements
28/04/2015

Ακόμα τούτη η άνοιξη

Απόγευμα Τρίτης στο κέντρο της Αθήνας. Επικρατεί σχετική ερημιά και κάνει κρύο. Τίποτε δεν φανερώνει πως, ημερολογιακά τουλάχιστον, έχει μπει η άνοιξη. Έξω από τον εθνικό κήπο, μια γραμμή από κάμπιες σέρνεται προς το άγνωστο ανάμεσα από τα πόδια των περαστικών.

91645-205828

Καθώς ανοίγω την πόρτα του βιβλιοπωλείου πέφτω πάνω σ’ έναν βραχύσωμο ασπρομάλλη κύριο. Παραμερίζω για να περάσει και εκείνος με ευχαριστεί με ένα νεύμα. Το κουρασμένο και κάπως παραπονιάρικο βλέμμα του μου θυμίζει κάτι. Τηλεοπτικές εικόνες από τα βαθιά 90s. Παπάδες με σημαίες. Συλλαλητήρια μπροστά από τον Λευκό Πύργο. Σκωπτικά τραγουδάκια του Λαζόπουλου…

Μα ναι! Είναι ο Στέλιος Παπαθεμελής! Ο υπάλληλος του βιβλιοπωλείου μου το επιβεβαιώνει. Ο πολιτικός βρίσκεται εδώ για να παρουσιάσει το καινούριο του βιβλίο, που φέρει τον μακρόσυρτο τίτλο «Όταν το άδικο γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον». Η εκδήλωση αρχίζει σε λίγα λεπτά στο καφέ του καταστήματος. Αν θέλω μπορώ να την παρακολουθήσω. Η αλήθεια είναι πως είχα άλλες προσδοκίες για το απόγευμά μου. Όμως πώς μπορείς να αρνηθείς μια τέτοια πρόκληση;

Το καφέ έχει αρκετό κόσμο. Κυριαρχούν το αντρικό φύλο και τα λευκά μαλλιά. Στο πάνελ, εκτός από τον συγγραφέα βρίσκονται τέσσερις άνθρωποι. Ανάμεσά τους και ο Κώστας Ζουράρις με το κλασικό του γιλέκο και με μια μαύρη μπλούζα που γράφει ένα τσιτάτο. Ξεκινά λέγοντας πως θα είναι σύντομος, γιατί έχει σημαντικότατες υποχρεώσεις στη βουλή. Είναι η μέρα της συζήτησης για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Μόλις το αναφέρει, ένας άντρας από το κοινό αρχίζει να χειροκροτεί αργά και επιτακτικά ώστε να παρασύρει και τους υπόλοιπους -πράγμα που καταφέρνει.

Όταν το χειροκρότημα καταλαγιάζει, ο ομιλητής δοκιμάζει μερικές από τις συνηθισμένες του λεκτικές ακροβασίες και χειροκροτείται ξανά. Στη συνέχεια αποκαλεί τον Στέλιο Παπαθεμελή ζωντανό σύμβολο της εθνικής αντίστασης, παρότι δεν συμμετείχε σ’ αυτήν (πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού είναι γεννημένος το 1938;). Τον χαρακτηρίζει ακόμη μπροστάρη των εθνικών υποθέσεων, αλλά και προορατικό σε ό,τι έχει να κάνει με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Τα κομπλιμέντα και τα καινούρια χειροκροτήματα δεν καταφέρνουν να διώξουν το παράπονο από τα μάτια του συγγραφέα.

Ο επόμενος εισηγητής μιλά για τη βαθιά χριστιανική παιδεία του κ. Παπαθεμελή. Επίσης τον συγχαίρει γιατί στο βιβλίο του θίγει όλα τα τρέχοντα υπαρξιακά θέματα του ελληνισμού, με έναν τρόπο που μπορεί να αφυπνίσει τους αναγνώστες. «Τον ξέρεις αυτόν;» ρωτάει, όχι πολύ χαμηλόφωνα, τον διπλανό του ένας κύριος από το κοινό. «Το παραπολιτικά τζι αρ λέει πως είναι ο γκουρού του Τσίπρα».

Πληρώνω τον καφέ και αποχωρώ. Το φως στην οδό Σταδίου είναι ασθενικό. Στις εσοχές βρίσκονται ξαπλωμένοι άστεγοι. Μπροστά στο ερειπωμένο Αττικόν ένας καλόγερος μοιράζει φυλλάδια.

Μια εβδομάδα αργότερα. Ο Μάρτιος έχει πια προχωρήσει, βρισκόμαστε μια ανάσα από την εαρινή ισημερία. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να κάνει κρύο και να φυσάει δυνατά. Την προηγούμενη μέρα στον ουρανό πετούσαν τα αεροπλάνα που έκαναν πρόβα για την παρέλαση. Οδηγώ έχοντας στο πίσω κάθισμα την μικρή μου κόρη και έναν φίλο της. Το αγόρι προβάρει κι αυτό τον ρόλο του για την γιορτή της 25ης Μαρτίου. Θα υποδυθεί τον Ρήγα Φεραίο και είναι λίγο σπασμένος γιατί θα προτιμούσε κάτι πιο ηρωικό. «Ακόμα τούτη η άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες», απαγγέλλει. «Τούτο το καλοκαίρι, μέχρι να έρθει ο Μόσκοβος να φέρει το σεφέρι». Με ρωτά τι σημαίνει σεφέρι. Στρίβουμε σε ένα βενζινάδικο.

Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο συνειδητοποιώ πως ο αέρας έχει δυναμώσει. Η κοπέλα του βενζινάδικου φοράει χοντρό μπουφάν και τα μαλλιά της ανεμίζουν και της σκεπάζουν το πρόσωπο. «Ναι, κάνει ψοφόκρυο», συμφωνεί κι εκείνη. «Όμως αν προσέξεις, πάνω στα αμάξια έχει αρχίσει να κάθεται γύρη». Για του λόγου το αληθές περνάει το δάχτυλό της στον ουρανό του αυτοκινήτου και μου δείχνει χαμογελαστή τους κόκκους που γυαλίζουν. Έχω την υποψία πως είναι απλά σκόνη, αλλά δεν το λέω για να μην της το χαλάσω.

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 20/3/2015

28/04/2015

Παλιά παπούτσια στα ελαιόδεντρα

Προσοχή στο κενό μεταξύ χημικών και αιθαλομίχλης

Η μυρωδιά των χημικών έφτανε μέχρι το Μουσείο ή αν είχες ευαίσθητη μύτη –και μάτια- μέχρι την Αλεξάνδρας. Πιο κάτω η Πατησίων μύριζε όπως κάθε μέρα: ντίζελ, δίχρονο μηχανάκι και σαντουιτσάδικο. Φτάνοντας δε στο Τέρμα και συνεχίζοντας δεξιά, σε υποδεχόταν η λονδρέζικη ομίχλη των καυσόξυλων. Κάπως έτσι, την ώρα που στα Εξάρχεια έπεφτε ξύλο και στα Άνω Πατήσια έκαιγαν οι ξυλόσομπες, ανασύρθηκαν από τη μνήμη μου εκείνα τα ελαιόδεντρα στο χωριό.

81510-182380

Δεν ήταν πολλά –μόλις τρία- αλλά ήταν ψηλά και επιβλητικά. Αυτό πρέπει να ήταν και το στοιχείο που τα καταδίκασε. Τρεις χειμώνες πίσω, κάποιος εργατικός λαθροϋλοτόμος συνυπολογίζοντας την τιμή των καυσόξυλων ανά κιλό και το απομονωμένο της περιοχής, πήρε το αλυσοπρίονό του και τα έκοψε μισό μέτρο από το έδαφος. Έτσι, μπορείς εύκολα πια να υπολογίσεις την ηλικία τους. Περίπου διακόσιους δακτυλίους μέτρησα το καλοκαίρι σε έναν από τους κορμούς.

Πριν τα σεβάσμια δέντρα καταντήσουν σαν ρουστίκ σκαμπό αφημένα στο χώμα, τα εκμεταλλευόταν ένας μακρινός συγγενής από το χωριό. Ακόμα πιο παλιά όμως, για λίγες χρονιές, πηγαίναμε οικογενειακώς κάθε Νοέμβρη και μαζεύαμε τις ελιές μόνοι μας. Τότε όλο αυτό το βίωνα μάλλον αρνητικά. Άφηνες το ζεστό μικροαστικό τριάρι σου και πήγαινες στο δίπατο παγωμένο σπίτι στο χωριό όπου, σε καιρούς που σου φαίνονταν υπερβολικά μακρινοί, είχαν γεννηθεί η μητέρα σου και οι αδελφές της. Το βράδυ κοιμόσουν σκεπασμένος με τρεις κουβέρτες που μύριζαν υγρασία και αξημέρωτα σε σήκωναν και σε έσερναν, κατηφή και συναχωμένο, στο χωράφι με τις ελιές. Εκεί, ο πιο αθλητικός θείος ανέβαινε σε μια σκάλα και ράβδιζε τα κλαδιά, ενώ οι υπόλοιποι μάζευαν τους καρπούς από κάτω. Εσύ ανήκες στο βοηθητικό προσωπικό. Δεν είχες συγκεκριμένα καθήκοντα, αλλά έπρεπε να είσαι διαθέσιμος για να φέρνεις εργαλεία και να ακούς νουθεσίες.

Η δουλειά πήγαινε πάντα αργά. Ο ραβδιστής δεν ήταν επαγγελματίας ενώ οι αδελφές, έπειτα από δεκαετίες στην πρωτεύουσα, είχαν χάσει την χωριάτικη σβελτάδα τους στο μάζεμα. Πού και πού έπεφτε και κανένα ενδοοικογενειακό καβγαδάκι. Χώρια το κολατσιό που συνήθως εξελισσόταν σε φαγοπότι ή καμιά ξαφνική μπόρα που προκαλούσε άτακτη φυγή προς τα αυτοκίνητα.

Μια χρονιά συνέβη και το εξής: Μία από τις θείες έφυγε για λίγο και αργούσε να επιστρέψει. Έστειλαν λοιπόν εμάς, τα παιδιά, να την βρούμε. Ψάξαμε τεμπέλικα και καθυστερώντας επίτηδες και τελικά την ανακαλύψαμε πίσω από τους θάμνους να κοιτά δακρυσμένη κάτι μισολιωμένα παλιοπάπουτσα, που ήταν πεταμένα σ’ έναν λάκκο. Όπως μας εξήγησε, τα παπούτσια ανήκαν στην, πεθαμένη από την δεκαετία του ’50, μητέρα της. Βρίσκονταν όμως εκεί από πιο παλιά, πριν από τον πόλεμο, τότε που πήγαιναν όλοι μαζί για να μαζέψουν τις ελιές. «Σαν να τη βλέπω μπροστά μου», είπε η θεία (που και αυτή έχει πια πεθάνει). «Της είχαν παλιώσει πολύ και την χτυπούσαν. Έκανε λοιπόν έτσι, τα έβγαλε και τα πέταξε σε μια μεγάλη λακκούβα με νερό. Να τα, ακόμα εδώ είναι!»

Η τελετουργία του μαζέματος των ελιών δεν κράτησε πολλούς Νοέμβρηδες. Κάποια στιγμή οι ενήλικες συνειδητοποίησαν επιτέλους πως ο κόπος ήταν δυσανάλογος σε σχέση με την παραγωγή και τα τρία δέντρα παραχωρήθηκαν στον μακρινό συγγενή. Μέχρι που ανέλαβε δράση ο τύπος με το αλυσοπρίονο και έλυσε το πρόβλημα μια και καλή.

Επιστρέφοντας σπίτι εκείνο το βράδυ, μάζεψα αμέσως τα ρούχα από την απλώστρα. Αν έμεναν όλη τη νύχτα στην καπνίλα των καυσόξυλων θα ήθελαν πάλι πλύσιμο.

 

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 6/6/2014. H φωτογραφία είναι της Dorothy Burr Thompson

28/04/2015

«Ξαπλώνω κάτω από μια ανθισμένη κερασιά»

Το 1940 όπως δεν το είδε ο Κώστας Πρέκας

Εδώ και δεκαετίες ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου παραμένει λίγο πολύ αναλλοίωτος: Τραγούδια της Σοφίας Βέμπο, ταινίες του Τζέιμς Πάρις, διχογνωμίες για το ποιος είπε το Όχι… Το μόνο έθιμο που έχει προστεθεί τελευταία είναι οι μούντζες προς τους επίσημους στις παρελάσεις και τα επιτελικά σχέδια που καταστρώνει η αστυνομία για να τις αποτρέψει. Αναλλοίωτη παραμένει και η επίσημη εικονογραφία: Ενθουσιασμένοι επίστρατοι που κρέμονται σαν τα σταφύλια από τα τραμ, τσολιάδες που τρέχουν στο χιόνι φωνάζοντας «αέρα» κλπ.

79700-178287

Στην άλλη όψη αυτής της καρτποστάλ, υπάρχει ένα πλήθος από αυθεντικές αφηγήσεις που συνθέτουν μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Μια εικόνα όχι απαραίτητα αντιηρωική, αλλά στα σίγουρα πολύ πιο αληθινή, πολύ πιο ανθρώπινη. Όπως, για παράδειγμα, είναι αυτή η απρόσμενη συνάντηση στα αλβανικά βουνά ενός στρατιώτη με ένα από τα μουλάρια της οικογένειάς του που είχε επιτάξει ο στρατός: «Τον Θοδωράκη τον είδα λοιπόν εις την Αλβανία ,τον έσερναν κάτι φαντάροι ημιονηγοί με πυρομαχικά φορτωμένον και μόλις τον φώναξα με εγνώρισε και ήταν δε πολύ συγκινητικό. Εγνώρισε τη φωνή μου!». Όμως δυστυχώς ο Θοδωράκης και τα άλλα επιταγμένα ζώα δεν καλοπερνούσαν στο μέτωπο. «Τα έβλεπες και τα λυπόσουνα, τροφές δεν υπήρχαν, τα έδεναν οι φαντάροι εις τα δένδρα για να μη τα βλέπουν τα αεροπλάνα και τα πολυβολούν, εκεί τα ζώα έτρωγαν τους κορμούς των δένδρων και τις ουρές των, το ένα το άλλο».

Στον πόλεμο δεν πήγαιναν όλοι με ενθουσιασμό. Εδώ, ας πούμε διασώζεται μια ενδιαφέρουσα προφορική μαρτυρία όπου κάποιοι Πειραιώτες μάγκες προσπαθούν να τρομοκρατήσουν έναν στρατιωτικό γιατρό ώστε να τους κρατήσει στα μετόπισθεν. «Γιατρέ, δε θυμάμαι σε έχω γαμ…;» ρωτάει ο ένας. Και συμπληρώνει ο δεύτερος: «Δέκα χρόνια φυλακή στο Γεντί-Κουλέ θα κάνω για σένα αν κάτσεις». Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το ημερολόγιο του αδελφού Θεόκτιστου, ενός νεαρού μοναχού από την Πάρο που, προς απόγνωσή του, καλείται στα όπλα. Στην αρχή, όσο είναι στην Αθήνα, οι ανησυχίες του αφορούν την εμφάνισή του. «Ως προς το γένειον ο Συνταγματάρχης μας είπε να ποιήσωμεν ως θέλομεν. Διεπιστώθη ότι δεν ταίριαζε το χακί με τα κατάμαυρα γένεια…». Μετά, αρχίζουν οι προσπάθειες για να μπει σε νοσοκομείο ως φυματικός: «Μου έγιναν εξετάσεις. Δεν είναι εύκολος η απαλλαγή», διαπιστώνει απογοητευμένος. Στο ίδιο σημείο αναφέρει και κάτι που ίσως κρύβει μια υποψία οικογενειοκρατίας: «Διευθυντής του νοσοκομείου ήταν ο γαμβρός του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά, κ. Φωκάς».

Οι προσπάθειες για απαλλαγή συνεχίζονται αλλά πέφτουν στο κενό εξαιτίας ενός γιατρού που «μισεί το ράσο». Έτσι, με βαριά καρδιά ο Θεόκτιστος ξεκινά με το λόχο του από την Ομόνοια για το Ρουφ όπου τους περιμένει η αμαξοστοιχία για το μέτωπο. «Καθ’ όλην αυτήν την ποδαριοδιαδρομήν πονούσαν πολύ οι πόδες μου, λόγω του ότι τα υποδήματα μου ήτο καινουργή». Φυσικά, όταν φτάνει στην πολεμική ζώνη μαθαίνει για τα καλά τι σημαίνει ταλαιπωρία. Εκεί, τα παράπονα δίνουν τη θέση τους στην απελπισία. Κάποιοι από τους συναδέλφους του τον λυπούνται και τον βοηθούν, άλλοι τον κακομεταχειρίζονται. Να όμως που το ένστικτο της επιβίωσης θριαμβεύει και ο πρώην μοναχός αντέχει στις κακουχίες. Όχι βέβαια δίχως να γκρινιάζει. «Δια γεύμα μας έδωσαν πατάτες γιαχνί και δια βράδυ σκέτες ελαίες», γράφει κάπου αγανακτισμένος. Αλλού αναφέρει επιγραμματικά τα γεύματά του: «Μακαρόνια, τυρί, μια αγγλική κονσέρβα κρέατος, κρύα φασουλάδα, λίγος τραχανάς» ή παραπονιέται για το ευαίσθητο στομάχι του. Τελικά, ο φιλάσθενος αδελφός Θεόκτιστος θα καταφέρει να επιζήσει και να επιστρέψει σώος στο μοναστήρι του.

Ο πόλεμος αποτυπώνεται πολύ πιο σφαιρικά στο ημερολόγιο του λαογράφου Δημήτρη Λουκάτου, που έχει εκδοθεί με τον τίτλο «Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο» (εκδ. Ποταμός). Στις σελίδες του βιβλίου μπορεί κανείς να βρει παραμέτρους και λεπτομέρειες που συνήθως διαφεύγουν από την επίσημη ιστορία: τους λουφαδόρους φαντάρους, τους διεφθαρμένους σιτιστές, τους Αλβανούς χωρικούς που σύρονται σε αγγαρείες… Θα βρει ακόμη στιγμές φόβου και πανικού και μαζί συγκινητικές επιδείξεις ήθους, θάρρους και ανιδιοτέλειας. Ο Λουκάτος περιγράφει την ατμόσφαιρα της αναμονής, τις μικρές χαρές που εμφανίζονται ανάμεσα στις κακουχίες -ένα μπάνιο, λίγη ζεστή σούπα, μια πίτα… Ακόμη και μια περίπτωση chain letter: «Κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι ένα χαρτάκι που διηγείται ότι σ’ έναν σωφέρ παρουσιάστηκε η Παναγιά και του είπε να έχει πίστη κι η Ελλάδα θα σωθεί. Χρέος του αναγνώστη είναι να το αντιγράψει 9 φορές και να το μοιράσει, αλλιώς θα είναι καταραμένος. Οι φαντάροι κάνουν να μη δίνουν σημασία, αλλά φοβούνται και το αντιγράφουν».

Εξίσου ζωντανή είναι η περιγραφή της υποχώρησης μετά την εισβολή των Γερμανών. Ο ατέλειωτος δρόμος προς τα πίσω, η εξάντληση, η εγκατάλειψη, η απογοήτευση και η αγωνία για το μέλλον, αλλά μαζί και μια ανακούφιση που όλα τέλειωσαν. Που είναι άνοιξη και ο συγγραφέας είναι ακόμη ζωντανός. «Αντικρίζω τη ζωή στην πιο φρέσκια εκδήλωσή της. Η μεγάλη Φύση είναι ανώτερη από τις μικρότητες των ανθρώπων. Οι αγωνίες μας είναι μικροεπεισόδια μπροστά στη δική της ζωή. Εκείνη πρασινίζει κι ανθίζει όπως πάντα, μοσχοβολάει και ζεσταίνει εχθρούς και φίλους, χύνει άφθονα τα κρυονέρια της και ξεπλένει αμέσως κάθε σταγόνα αίματος που χύνεται στο γρασίδια της… Ξαπλώνω κάτω από μια ανθισμένη κερασιά. Ας μου συμβεί ό,τι θέλει. Είμαι μεθυσμένος από τον ήλιο, την ξεκούραση και τη μοσχοβολιά».

Μια σκηνή που στα σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ο Κώστας Πρέκας…

 

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 27/10/2014

28/04/2015

Η γυναίκα που τάιζε τη θάλασσα

Ψάχνοντας το χαμένο νόημα σε απλές πράξεις

Πριν από λίγα απογεύματα, όμοια με τους ορειβάτες που γλιστρούν και αρπάζονται από μια ισχνή ρίζα, είπαμε να κάνουμε ένα τελευταίο μπάνιο. Επιλέξαμε μια παραλία κάπου ανάμεσα στο Λαύριο και στο Σούνιο. Ήταν απόγευμα και το ελαφρύ νοτιαδάκι έφερνε μαζί του μια υγρή ζέστη και αρκετές από τις πλαστικές σακούλες που περιφέρονται στο Αιγαίο.

77310-172142

Όπως συμβαίνει πάντα αυτή την εποχή κοντά στη θάλασσα, η ατμόσφαιρα είχε κάτι το μελαγχολικό. Οι δε λουόμενοι ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα: μια μοναχική κοπέλα βυθισμένη σ’ ένα ογκώδες μυθιστόρημα, ένα ζευγάρι με τα απρόσμενα νηφάλια παιδάκια του και μια παρέα καλοβαλμένων συνταξιούχων από τα κοντινά εξοχικά. Οι τελευταίοι ήταν και οι μόνοι που ακούγονταν. Ο ένας έλεγε ότι δεν πάει άλλο και ότι θα ψηφίσει Σύριζα. Οι υπόλοιποι είχαν πέσει πάνω του για να τον μεταπείσουν.

Κάποια στιγμή, πήγα σ’ ένα κοντινό μαγαζάκι για να πάρω καφέ. Καθώς επέστρεφα με το πλαστικό ποτήρι στο χέρι, προσπέρασα μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία βάδιζε αργά, πολύ αργά και καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, στην ίδια κατεύθυνση. Κάτι πάνω της μ’ έκανε να της ρίξω μια ακόμη φευγαλέα ματιά. Το ντύσιμό της ήταν πολύ προσεγμένο, λες και πήγαινε σε γιορτή. Επίσης ήταν χαμογελαστή και είχε ένα ιδιαίτερα λαμπερό βλέμμα.

Κανένα μισάωρο αργότερα, ενώ ο ήλιος έπεφτε και οι σκιές μάκραιναν, η καλοντυμένη γηραιά κυρία έφτανε επιτέλους στην παραλία.

Την είδαμε να διασχίζει με ασταθές βήμα την αμμουδιά, να στέκεται μπροστά στο κύμα, να βγάζει κάτι από την τσάντα της και να το ρίχνει στο νερό. Ήταν ένα κομμάτι ψωμί, μια γωνία. Όταν σιγουρεύτηκε ότι τα ψαράκια είχαν αρχίσει να το τσιμπολογούν, τίναξε τα ψίχουλα από τα χέρια της, έκανε μεταβολή και πήρε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. Μέχρι να απομακρυνθεί, όλοι στην παραλία την κοιτούσαμε σιωπηλοί, σαν υπνωτισμένοι. Μετά, το διάλειμμα τελείωσε και συνεχίσαμε από εκεί που είχαμε μείνει.

Τις επόμενες μέρες συνέβησαν πολλά και διάφορα. Στην Αυστραλία, το πρώτο iPhone 6 που πουλήθηκε έπεσε από τα χέρια του ιδιοκτήτη του. Στα ανοιχτά της Κρήτης έγινε ένα πολύνεκρο ναυάγιο. Ένα κοριτσάκι δεκαεφτά μηνών ήταν ανάμεσα στους διασωθέντες -και αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που μάθαμε για το ναυάγιο. Στην Αμερική φτιάχτηκε μια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης μόνο για πολύ πλούσιους. Στην Αθήνα, γνωστή αλυσίδα ταχυφαγίων ανακοίνωσε ότι θα έχει ειδικές τιμές για αστυνομικούς. (Λογικό. Είναι πολλοί και πρέπει κάπως να σκοτώνουν τον χρόνο τους). Στο Βερολίνο, ο Αντώνης Σαμαράς υπονόησε ότι όπου να ’ναι τελειώνουμε με την τρόικα και τα λαοκτόνα μνημόνια. Στη Νέα Υόρκη, ο Γιώργος Παπανδρέου διαδήλωσε για την κλιματική αλλαγή, ενώ στο Μαραθώνα ο Ηλίας Ψινάκης είπε τη λέξη «μωρή». Στο αντιφασιστικό μέτωπο, πάλι, ξεκίνησε μια διαμάχη για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους ναζί. Να τους τσακίσουμε ή να τους μορφώσουμε;

Μορφωτικού περιεχομένου είναι και ένα βιντεάκι που κυκλοφόρησε. Ο υπαρχηγός της Χ.Α. διδάσκει ένα αγοράκι πώς να χαιρετά ναζιστικά. Κάποια στιγμή παρεμβαίνει ένα μεγαλύτερο κοριτσάκι. «Τεντωμένο το χεράκι! Έτσι, πόινκ!» ακούγεται να λέει με την ενθουσιώδη φωνούλα του. «Χάι Χίτελ. Πόινκ!» κάνει αθώα και το αγοράκι. Κι άλλο ένα βίντεο. Πιο επαγγελματικό αυτό, φτιαγμένο από σινεφίλ τζιχαντιστές που έχουν φάει τα αμερικανικά action movies με το κουτάλι. Εκτελέσεις τραυματιών, μελλοθάνατοι που σκάβουν τους τάφους τους, εκρήξεις. Λίγος Ρίντλεϊ Σκοτ εδώ, λίγη Κάθριν Μπίγκελοου εκεί και τελικά οι βομβαρδισμοί ξεκινούν.

Φέρνω ξανά στο μυαλό μου τη γυναίκα που τάιζε τα ψάρια στο Σούνιο. Η μεθοδικότητά της έδειχνε άνθρωπο που κάνει τη συγκεκριμένη πράξη συχνά. Την φαντάζομαι λοιπόν να την επαναλαμβάνει τελετουργικά κάθε απόγευμα. Μπορεί, λέω μέσα μου, να υπάρχει σ’ αυτή ένα μυστικό νόημα που, για την ώρα, μας διαφεύγει. Ίσως και άλλες τέτοιες πράξεις, από άλλους τυχαίους ανθρώπους –πράξεις που φαινομενικά στερούνται σημασίας αλλά είναι συγκινητικές μέσα στην απλότητά τους -να είναι σωτήριες. Να κρατούν σε μια ισορροπία τον κόσμο μας που αλλιώς θα είχε προ πολλού γκρεμιστεί στα τάρταρα.

 

Πρώτη δημοσίευση AThens Voice 25/9/2014

28/04/2015

Η μυρωδιά του κατόλ με κάνει να κλαίω

Τα θέρετρα της Αττικής και η μικροαστική γοητεία τους

Κάθε γενιά έχει και τα όνειρά της. Η γενιά που ενηλικιώθηκε μετά από τον πόλεμο και έζησε την μεταπολεμική φτώχεια, ονειρεύτηκε κάποτε ένα τσιμεντένιο σπιτάκι κοντά στη θάλασσα. Ιδιαίτερες απαιτήσεις δεν υπήρχαν. Ένα μονάχα έπρεπε να προσεχτεί: Το σπίτι δεν έπρεπε να θυμίζει σε τίποτα το πατρικό στο χωριό και όλα όσα εκείνο κουβαλούσε μαζί του.

73918-164795

Κάπως έτσι, στις ακτές με τις αρβανίτικες ονομασίες φύτρωσαν όλοι αυτοί οι αλλοπρόσαλλοι οικισμοί. Είχαν χειροποίητη αρχιτεκτονική και η ρυμοτομία τους εξαρτιόταν από τις ορέξεις του μεσίτη, του μικροϊδιοκτήτη ή του καταπατητή. Έμοιαζαν με τις αθηναϊκές γειτονιές, με τη διαφορά πως είχαν πεύκα και συκιές και μπορούσες να ξεπορτίσεις με την παντόφλα. Οι κακοτράχαλοι χωματόδρομοι είχαν ονόματα που παρέπεμπαν στο ιστορικό ή στον χαρακτήρα του πρώτου οικιστή. Οδός Αυστραλίας, οδός Χαράς, οδός Ορτανσίας… Τους χειμώνες ερήμωναν, αλλά με την έλευση του καλοκαιριού γνώριζαν και πάλι μέρες δόξας. Τα γυναικόπαιδα κατέφταναν με το κλείσιμο σχεδόν των σχολείων. Οι μπαμπάδες έμεναν πίσω. Έρχονταν τα σαββατοκύριακα και κάποια απογεύματα μεσοβδόμαδα, κάθιδροι και μπαϊλντισμένοι από το οδήγημα.

Το κάθε εξοχικό ήταν ένα αιώνιο work in progress. Τη μια χρονιά έριχναν μερικά καρότσια γαρμπίλι στην αυλή, την άλλη έστρωναν ένα τσιμεντάκι για να μπορούν να καταβρέχουν με το λάστιχο, την τρίτη άρχιζε και το πανωσήκωμα. Ήταν μια αρχιτεκτονική μικρής κλίμακας. Στενά δωματιάκια, μικροσκοπικοί κήποι, άβολες κουζινίτσες. Η αισθητική εξαρτιόταν από την ιδιοσυγκρασία του ιδιοκτήτη ή του τοπικού εργολάβου. Έτσι, στο ένα σπίτι έβλεπες μια συγκινητική, αν και καταδικασμένη στην αποτυχία, προσπάθεια για τέλεια συμμετρία, στο διπλανό μια άναρχη απόθεση τσιμεντόλιθων κάτω από ένα ελενίτ, στο τρίτο κάποιες αρχαιοελληνικές κολώνες κουκουλωμένες από μια αλπική στέγη κ.ο.κ.

Στην πορεία η ελληνική κοινωνία άλλαξε. Κάποιοι μεγαλοπιάστηκαν και έχτισαν ολόκληρα εξοχικά παλάτια. Κάποιοι άλλοι άφηναν τα ταπεινά τους σπιτάκια κλειδωμένα, αφού μπορούσαν -και προτιμούσαν- να πάνε αλλού διακοπές. Με την κρίση όμως άρχισε σιγά σιγά η επιστροφή. Τα παραμελημένα σπιτάκια γέμισαν ξανά και η επόμενη γενιά παλεύει τώρα να τα συντηρήσει.

Στο βασίλειο αυτό της σαγιονάρας, τα ήθη και οι παραδόσεις κρατούν γερά. Η ζωή εξακολουθεί να κάνει κύκλους, σαν την καύτρα του κατόλ. Καινοτομίες βέβαια υπάρχουν: Για παράδειγμα, τα λαστιχένια παπουτσάκια για την παραλία άλλαξαν μορφή. Επίσης εμφανίστηκαν ελαφριές πτυσσόμενες καρεκλίτσες, δυνατοί αποκωδικοποιητές, εύχρηστες μηχανές του γκαζόν, ακόμη και εντομοαπωθητικές ρακέτες με ηλεκτρική εκκένωση που δίνουν στους χωματόδρομους της Λούτσας και των Αγίων Αποστόλων ένα άρωμα από Ρολάν Γκαρός.

Οι ανησυχίες όμως παραμένουν οι ίδιες. Θα πιάνει καλά η κεραία της τηλεόρασης; Θα σταματήσει να φυσάει για να κάνουμε ένα μπάνιο της προκοπής; Θα έρθουν πίσω τα παιδιά πριν πάθουν ηλίαση; Οι δε τσακωμοί σπάνια αφορούν τα πολιτικά ή την διεθνή επικαιρότητα. Το εξοχικό επιβάλλει άλλες προτεραιότητες και πάθη. Και οι αφορμές ποτέ δεν λείπουν. Ο ένας πάρκαρε το σαράβαλό του μπροστά στην ιερή μάντρα του άλλου. Τα κακομαθημένα της διπλανής τσιρίζουν σε ώρα κοινής ησυχίας. Ο μπροστινός ύψωσε κι άλλο το αυθαίρετό του και έκοψε τη θέα από τα αυθαίρετα των υπόλοιπων…

Η ανθρωπογεωγραφία του θέρετρου είναι και αυτή σταθερή. Υπάρχουν μιλιούνια από βρέφη, παιδιά και εφήβους. Το μέρος είναι παράδεισος για αυτές τις ηλικίες: Ολοήμερα παιχνίδια στα βοτσαλάκια, μακρινές ποδηλατάδες με την παλιοπαρέα, αγχωμένα φιλιά πίσω από τα βραχάκια… Υπάρχουν ακόμη αγέλες ολόκληρες από μεσήλικες, ηλικιωμένους και υπερήλικες. Και για αυτούς μια χαρά είναι –απ’ το να λιώνουν στο διαμέρισμα… Υπάρχει όμως και μια χαμένη γενιά, μια ηλικιακή ομάδα που λάμπει δια της απουσίας της. Είναι οι λεγόμενοι νέοι, είκοσι με τριάντα-τριανταπέντε. Αυτοί, έχοντας ήδη γευτεί την γλύκα των ταξιδιών και των κανονικών διακοπών σε νησί ή αλλού, ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους. Σνομπάρουν το στενό παιδικό τους δωμάτιο, τις κάποτε μυθικές καβάτζες με τα θολά νερά και το θλιβερό μπαράκι όπου κάπνισαν και ερωτοτρόπησαν για πρώτη φορά.

Οι περισσότεροι θα επιστρέψουν όταν θα γίνουν και οι ίδιοι γονείς. Θα δουν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν κάθε καλοκαίρι. Εκείνοι θα μετεξελιχθούν σε μεσήλικες. Θα πάρουν στα χέρια τους την εντομοαπωθητική ρακέτα ή ό,τι άλλο έχει εφευρεθεί μέχρι τότε. Θα φροντίζουν με ευλάβεια το γκαζόν και θα ανησυχούν να μην καθίσει κανείς με βρεγμένο μαγιό στο κρεβάτι. Και μετά θα γίνουν ηλικιωμένοι και υπερήλικες. Κάποιοι από αυτούς ίσως να γίνουν και φαντάσματα και να στοιχειώσουν τα μικρά τσιμεντένια εξοχικά που κάποιοι άλλοι, κάποτε, ονειρεύτηκαν.

 

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 31/7/2014