Archive for Απρίλιος, 2016

30/04/2016

Αναζητώντας τον τρίτο άνθρωπο

O κινηματογραφικός Graham Greene 

Ο όρος «κινηματογραφική αφήγηση» που επιστρατεύεται συχνά για να περιγράψει ένα λογοτεχνικό κείμενο, σηκώνει αρκετή συζήτηση – τις περισσότερες φορές υιοθετείται μάλλον καταχρηστικά. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια βιβλία όπου όλα τα επιμέρους στοιχεία (το ύφος, οι διάλογοι, η οικονομία της αφήγησης, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων κλπ) μοιάζουν να συνωμοτούν για να μας υποχρεώσουν να καταφύγουμε σ’ αυτόν. Μια τέτοια περίπτωση είναι τα μυθιστορήματα του Γκράχαμ Γκρην.

alec-guinness-our-man-in-havana

Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα έχουν μεταφερθεί στην κινηματογραφική ή την τηλεοπτική οθόνη, συχνότατα σε σενάρια που έγραψε ο ίδιος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι πως, σε ορισμένες περιπτώσεις, το βιβλίο γράφτηκε παράλληλα σχεδόν με το σενάριο μιας ταινίας ή και έπειτα από την πρεμιέρα του φιλμ, για να εκμεταλλευτεί την διαφαινόμενη επιτυχία του.

Κάποιοι συνδέουν το «κινηματογραφικό» ύφος των γραπτών του με το γεγονός ότι, λίγο πολύ, βίωσε όσα περιγράφει. Ήταν …συνεπής τυχοδιώκτης και έζησε περιπετειώδη ζωή. Στον πόλεμο υπηρέτησε στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, αργότερα έκανε παρέα με κατασκόπους και παρανόμους και γενικά βούτηξε για τα καλά στα απόνερα των μεγάλων γεγονότων του 20ου αιώνα. Ανάλογο παρελθόν έχουν και οι ήρωες του: Τυχοδιώκτες, μικροαπατεώνες, αυτοεξόριστοι σε εξωτικές και επικίνδυνες χώρες, άνθρωποι που ελίσσονται στη σκιά της επίσημης ιστορίας και που, ακόμα και όταν καταφέρνουν να την σκαπουλάρουν, βλέπουν τις επιθυμίες τους να συνθλίβονται.

Ο Γκρην υπήρξε και διαβόητος γυναικάς. Όπως έχει αποδειχτεί, το ρομαντικό δράμα «Το τέλος μια μιας σχέσης» αντανακλά έναν δικό του παράνομο δεσμό. Το μυθιστόρημα αυτό έχει μεταφερθεί δύο φορές στην οθόνη –και τις δύο με επιτυχία: από τον Έντουαρτ Ντμίτρικ το 1955 και από τον Νιλ Τζόρνταν το 1999.

Στη μακρά λίστα με τους σπουδαίους σκηνοθέτες που έχουν καταπιαστεί με βιβλία του βρίσκουμε ακόμη τους Φριτς Λανγκ («Το υπουργείο του φόβου»), Τζον Φορντ («The Fugitive» – βασισμένο στο βιβλίο «Η δύναμις και η δόξα»), Τζόζεφ Μάνκιεβιτς («Ο ήσυχος Αμερικανός»), Τζορτζ Κιούκορ («Ταξίδια με τη θεία μου»), Ότο Πρέμιγκερ («Ανθρώπινος Παράγων») κ.α. Κανείς όμως δεν απέδωσε καλύτερα το λεπτό χιούμορ και το ειρωνικό ύφος της γραφής του, από τον Κάρολ Ριντ. Ο Βρετανός σκηνοθέτης υπέγραψε τρεις ταινίες βασισμένες σε βιβλία (και σενάρια) του συμπατριώτη του.

Στο «Fallen Idol»  (1948) η ιστορία ξετυλίγεται μέσα απ’ τα μάτια ενός αγοριού που θαυμάζει απεριόριστα τον μπάτλερ  της οικογένειας. Ο τελευταίος είναι ένας απλός άνθρωπος, εγκλωβισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Για να απασχολεί όμως τον μικρό, έχει επινοήσει μια ηρωική περσόνα και αφηγείται διάφορες  ιστορίες από την δήθεν περιπετειώδη ζωή του. Αυτό θα αποδειχτεί καταστροφικό. Όταν η σύζυγός του έπειτα από μια κρίση ζήλιας χάνει τη ζωή της, το αγόρι πιστεύει πως την έχει δολοφονήσει εκείνος. Για να τον προστατέψει λοιπόν από την σύλληψη, προσπαθεί να ξεγελάσει την αστυνομία, κάτι βέβαια που κινεί ακόμα περισσότερες υποψίες και ενοχοποιεί για τα καλά τον αθώο μπάτλερ.

Να σημειωθεί πως ο χαρακτήρας του μυθομανή τύπου που καταφέρνει να πείθει τους πάντες με τις ιστορίες του, επανέρχεται συχνά στο έργο του Γκρην. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκουμε στο μυθιστόρημα «Oι Θεατρίνοι» (πρωτότυπος τίτλος: The Comedians) το οποίο διαδραματίζεται στην Αϊτή της σκοτεινής διακυβέρνησης του Πάπα Ντοκ. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1967 από τον Πίτερ Γκλένβιλ με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ σε βασικούς ρόλους. Στους κεντρικούς χαρακτήρες συγκαταλέγεται και ο λοχαγός Τζόουνς (στην οθόνη τον υποδύεται ο Άλεκ Γκίνες), ένας δήθεν ήρωας του πολέμου, που όμως δεν έχει πιάσει όπλο στη ζωή του -και θα πληρώσει αυτή του την απειρία με την ίδια του τη ζωή.

Ο Άλεκ Γκίνες ενσαρκώνει έναν ανάλογο ρόλο και στην ταινία του Κάρολ Ριντ «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (1959). Εδώ υποδύεται έναν ταπεινό έμπορο ηλεκτρικών σκουπών που ζει στην προεπαναστατική Κούβα, έχοντας σαν βασική του έγνοια να καλύπτει τις ανάγκες της μονάκριβης και ελαφρώς κακομαθημένης κόρης του. Αναζητώντας λοιπόν λύση στο οικονομικό του πρόβλημα, αποδέχεται μια παράξενη επαγγελματική πρόταση και γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη πράκτορας της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Για να δικαιολογήσει δε τα ποσά που ζητάει από την υπηρεσία στέλνει διάφορες εντυπωσιακές, αλλά παντελώς ψεύτικες πληροφορίες, καθώς και σκίτσα από μυστικά υπερόπλα που βρίσκονται κρυμμένα στα βουνά της Κούβας. Με τη διαφορά πως, στην πραγματικότητα, τα σκίτσα απεικονίζουν εκείνο που ο ήρωας μας γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα: ηλεκτρικές σκούπες τελευταίας τεχνολογίας.

Ο Κάρολ Ριντ εκμεταλλεύεται τις αρετές της γραφής του Γκρην και στήνει ένα γοητευτικά παρακμιακό σκηνικό γεμάτο με εκκεντρικούς χαρακτήρες που πασχίζουν να επιβιώσουν απέναντι στην κρατική διαφθορά, την βρετανική στενομυαλιά, αλλά και τις δικές τους αδυναμίες. Πρόκειται για ένα άκρως απολαυστικό φιλμ, που όμως δεν είναι και το πιο διάσημο του διδύμου Ριντ και Γκρην, αφού αυτός ο τίτλος ανήκει –απολύτως δικαιολογημένα- στον «Τρίτο Άνθρωπο» (1949).

Εδώ βρίσκουμε όλα τα δομικά στοιχεία ενός τυπικού φιλμ νουάρ: κυνικούς χαρακτήρες, παρακμιακή ατμόσφαιρα, απροσδόκητες γωνίες λήψης, έντονα πάθη, ακόμα πιο έντονες φωτοσκιάσεις, κλπ. Εκείνο όμως που καθιστά την ταινία αριστούργημα είναι το, πανταχού παρόν στο έργο του Γκρην, μαύρο χιούμορ.

Βρισκόμαστε στη μεταπολεμική Βιέννη, όπου τα σημάδια των βομβαρδισμών είναι ακόμη ορατά. Το ίδιο και η οικονομική ανέχεια των Βιεννέζων, που κατοικούν στα επιβλητικά, παγωμένα κτήρια και επιτηρούνται από τα μικτά αστυνομικά σώματα των συμμάχων. Σ΄ αυτήν την ταλαιπωρημένη πόλη φτάνει ο Χόλι Μάρτινς, ένας απένταρος συγγραφέας φτηνών μυθιστορημάτων, για να συναντήσει τον παιδικό του φίλο Χάρι Λάιμ, ο οποίος τού έχει υποσχεθεί μια καλή δουλειά. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, ο φίλος του έχει μόλις χάσει τη ζωή του σε ένα παράξενο τροχαίο ατύχημα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένας αστυνομικός υποστηρίζει πως ο Χάρι Λάιμ ήταν στην πραγματικότητα ένας αδίστακτος εγκληματίας. Στην υπόθεση θα εμπλακεί η κοπέλα του «εκλιπόντος» και μαζί της ο Μάρτινς (που σαν τυπικός νουάρ χαρακτήρας είναι επιρρεπής στο αλκοόλ και τον έρωτα) θα προσπαθήσει να ανακαλύψει την αλήθεια.

Μεγάλη συμβολή στην επιτυχία της ταινίας είχε η εξαιρετική διανομή των ρόλων, με τους Τζόζεφ Κότεν και Αλίντα Βάλι να φτιάχνουν ένα αξέχαστο πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Την παράσταση όμως κλέβει ένας άνθρωπος που, την εποχή εκείνη, αποτελούσε κόκκινο πανί για το αμερικανικό κινηματογραφικό κατεστημένο. Ο λόγος βέβαια για τον Όρσον Γουέλς ο οποίος παρότι εμφανίζεται για είκοσι μόλις λεπτά, αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του.

Μάλιστα, όπως έχει παραδεχτεί ο ίδιος ο Γκράχαμ Γκρην, ο Γουέλς συνεισέφερε και με κάποιες ιδέες στο σενάριο (το οποίο σ’ αυτήν την περίπτωση γράφτηκε παράλληλα με το βιβλίο). Μία από αυτές είναι και η μνημειώδης ατάκα που ξεστομίζει ο Χάρι Λάιμ για να δικαιολογήσει τα εγκλήματά του και να τονίσει την …ηθική υπεροχή του «κακού» έναντι του «καλού»:

«Στην Ιταλία, τριάντα χρόνια διαφθοράς και αίματος γέννησαν τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, την Αναγέννηση… Στην Ελβετία, μέσα σε πεντακόσια χρόνια ειρήνης και δημοκρατίας, το μόνο αξιόλογο επίτευγμα ήταν το ρολόι-κούκος».

Ο Γκράχαμ Γκρην στα ελληνικά

Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Γκράχαμ Γκρην γνωρίζει στην Ελλάδα μια πραγματική εκδοτική άνοιξη. Ενδεικτικά, από το 2013 μέχρι σήμερα οι εκδόσεις Πόλις έχουν βγάλει τέσσερα μυθιστορήματα: «Ο Ήσυχος Αμερικανός» (μτφ. Γιώργος Τσακνιάς»), «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (μτφ. Μαριάννα Βαρκαρόλη), «Οι Θεατρίνοι» (μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ) και «Δύναμις και Δόξα» (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου). Λίγο παλαιότερα κυκλοφόρησαν το «Τέλος μιας σχέσης» και το «Ταξίδια με τη θεία μου» (και τα δύο από το Μεταίχμιο σε μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου) καθώς και ο «Τρίτος Άνθρωπος» (από την Άγρα σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου).

(Πρώτη δημοσίευση, Ο Αναγνώστης, Οκτώβριος 2015)

 

 

28/04/2016

Τα φαντάσματα του Facebook

Ιστορίες από το ψηφιακό μας Καθαρτήριο

Τον Κ δεν τον είχα γνωρίσει στην πραγματική ζωή. Ήταν ένας από τους φίλους του φέισμπουκ με τους οποίους έχω μια τυπική, αξιοπρεπή σχέση. Είχα πατήσει like σε κάποιες αναρτήσεις του, είχε κάνει το ίδιο σε κάποιες δικές μου. Είχαμε ανταλλάξει ευχές στα γενέθλιά μας, τον είχα συγχαρεί για μια επαγγελματική του διάκριση, μου είχε γράψει «καλοτάξιδο» όταν εκδόθηκε ένα βιβλίο μου. Κάποια στιγμή, θυμάμαι, κάτι είχε πάθει και του ευχηθήκαμε όλοι σιδερένιος. Ώσπου μια μέρα, η εφαρμογή μού εμφάνισε την ανάρτηση ενός κοινού μας φίλου στον τοίχο του: «Γιατί ρε φίλε;».

Μπήκα κι εγώ στο προφίλ του για να μάθω τι συνέβη και ανακάλυψα πως ο άνθρωπος είχε πεθάνει. Όπως πεθαίνουν καθημερινά οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, όπως θα πεθάνουμε κάποτε και εμείς. Με τη διαφορά πως βρισκόμασταν στα χωράφια των σόσιαλ μίντια οπότε έπρεπε να ακολουθηθεί ένα συγκεκριμένο τυπικό: «Καλό ταξίδι», έγραφαν στον τοίχο του οι φίλοι. «Θα μας λείψεις», «Θα σε θυμόμαστε πάντα». Κάποιοι είχαν κολλήσει στίκερς με μαύρα κορδελάκια, άλλοι φωτογραφίες με λευκά τριαντάφυλλα. Βροχή τα likes κάτω από κάθε ανάρτηση.

Αν το καλοσκεφτείς, τέτοιες ψηφιακές εκδηλώσεις λύπης δεν διαφέρουν και πολύ από τις συμβατικές. Από την ίδια αφετηρία ξεκινούν και παρόμοιες διαδρομές ακολουθούν μέχρι να φτάσουν στους παραλήπτες. Όμως, όπως και να έχει, το πέρασμα του πένθους από τις ψηφιακές εφαρμογές αφήνει πίσω του κάτι το κωμικοτραγικό -σαν να διαβάζεις σενάριο των αδελφών Κοέν. Αρκεί να κάνεις μια μικρή έρευνα και θα πέσεις στα σίγουρα πάνω σε διαμάντια: Χρήστες που, αγνοώντας τον θάνατο του «φίλου» τους, εξακολουθούν, σε κάθε γενέθλια, να του εύχονται «πολύχρονος» και «να μας ζήσεις». Άλλοι που δέχονται άξαφνα ευχαριστήριο pm από τον μακαρίτη και τους κόβονται τα ήπατα μέχρι να καταλάβουν πως το προφίλ το χειρίζεται πλέον κάποιος στενός συγγενής. Timelines γεμάτα με αστειάκια του συρμού που από τη μια στιγμή στην άλλη μετατρέπονται σε κηδειόχαρτα και βιβλία συλλυπητηρίων.

Ο Μαύσωλος έχτιζε τον μεγαλόπρεπο τάφο του πολλά χρόνια πριν πεθάνει, ώστε η μνήμη του να μείνει στους αιώνες με τον τρόπο ακριβώς που επιθυμούσε. Έτσι κι εμείς, στήνουμε στα σόσιαλ μίντια μια εξιδανικευμένη εκδοχή του εαυτού μας (φωτογραφίες που μας κολακεύουν, ρεκλάμες για τα έργα και τις ημέρες μας, αναρτήσεις που διαλαλούν πόσο εντάξει τύποι είμαστε) ώστε να βγαίνουμε ασπροπρόσωποι στο πάρε δώσε με τους άλλους. Και αν –χτύπα ξύλο- συμβεί το κακό, πάλι καλυμμένοι είμαστε. Το προφίλ μας θα μετατραπεί σε μαυσωλείο, παρατείνοντας την παρουσία μας στον παγκόσμιο ιστό.

Πριν από καιρό, ένας φίλος μου διηγήθηκε μια ιστορία με πρωταγωνίστρια μια δική του διαδικτυακή φίλη –μια Ιταλίδα ονόματι Κιάρα. Η Κιάρα έχασε κάποια στιγμή τη μητέρα της. Έγινε κανονικά η κηδεία και λίγες εβδομάδες μετά δέχτηκε μια κλήση από την Πολεοδομία. Έπρεπε να τακτοποιήσει ένα ζήτημα σχετικό με το σπίτι της μακαρίτισσας, σε ένα χωριό κοντά στο Ρίμινι. Για να τσεκάρουν λοιπόν την ακριβή θέση του ακινήτου, μπήκαν μαζί με τον υπάλληλο της υπηρεσίας στο Google Earth, εντόπισαν το χωριό, βρήκαν το σπίτι και ζούμαραν πάνω του. Για κάποιο λόγο πάτησαν και την εφαρμογή street view και τότε η Κιάρα αντίκρισε στην οθόνη τη μητέρα της να κάθεται στο πεζουλάκι δίπλα στην εξώπορτα.

Δεν ήταν παρά μια φωτογραφία. Μια αντανάκλαση της στιγμής που καταγράφηκε όταν η μητέρα ήταν ακόμη εν ζωή και το αυτοκίνητο με τις κάμερες περνούσε από τον συγκεκριμένο δρόμο. Όμως η Κιάρα βρισκόταν ακόμη στην ιδιαίτερη εκείνη συνθήκη του πένθους, η οποία τυλίγει τα πάντα με μια μεταφυσική αύρα. Ερμήνευσε λοιπόν το τυχαίο γεγονός σαν ένα σημάδι πως η μητέρα της βρισκόταν στο Καθαρτήριο -στον τόπο όπου σύμφωνα με το καθολικό δόγμα παραμένουν οι ψυχές μέχρι να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο.

Από εκείνη τη μέρα, έμπαινε συχνά στην εφαρμογή και έβλεπε τη μαμά της να κάθεται, πάντα γαλήνια, στο πεζουλάκι της. Κάπου έναν χρόνο αργότερα, όταν μπήκε για να ρίξει μια βιαστική ματιά, ανακάλυψε πως το είδωλο είχε εξαφανιστεί. Φαίνεται πως το αυτοκίνητο της εταιρίας είχε περάσει ξανά από το χωριό για να καταγράψει μια ανανεωμένη όψη των δρόμων, στέλνοντας τις προηγούμενες εικόνες σε κάποια μαύρη τρύπα του κυβερνοχώρου. Η μαμά της Κιάρα είχε διαβεί, επιτέλους, τις πύλες του Παραδείσου.

(πρώτη δημοσίευση athensvoice.gr 11/12/2015)