Archive for Μαΐου, 2016

29/05/2016

Αγάπα την περσόνα σου

…ως σεαυτόν

Ας φανταστούμε κάποιον, για παράδειγμα έναν συνάδελφο στο γραφείο, ο οποίος κάθε φορά που μας πετυχαίνει στον διάδρομο ή στο στενό κουζινάκι με την καφετιέρα, μας στριμώχνει και αρχίζει να κοκορεύεται για τις επιτυχίες του. Κάποιον άλλον που, κάθε δέκα λεπτά, βγάζει τη μούρη του πάνω από το διαχωριστικό πλεξιγκλάς για να εκθειάσει ή να σκυλοβρίσει το ίδιο πάντοτε κόμμα, ποδοσφαιρική ομάδα ή καλλιτέχνη. Κάποιον τρίτο που, είκοσι φορές μέσα στη μέρα, ανεβαίνει πάνω στο γραφείο του και αφού χτυπήσει ένα καμπανάκι για να τραβήξει την προσοχή όλων, διαλαλεί τι έφαγε, πού πήγε και τι ψώνισε.

Προφανώς θα θεωρούσαμε πως έχουμε να κάνουμε με προβληματικούς τύπους που, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας. Σίγουρα δε, όσο καλόκαρδοι και ανεκτικοί και αν είμαστε, θα τους κατατάσσαμε στους κουραστικούς ανθρώπους και θα αποφεύγαμε τη στενή παρέα μαζί τους.

Ας μεταφέρουμε τώρα το σκηνικό από τον πραγματικό στον ψηφιακό κόσμο και δη σε εκείνον των social media. Τίποτα πια δεν μοιάζει παράλογο. Όλοι μας έχουμε πλήθος από τέτοιους «φίλους». Μάλιστα (τι παράξενο!) επιβραβεύουμε με λάικ τις αναρτήσεις τους όπως και εκατοντάδες άλλοι, ενώ υποδεχόμαστε με χαρά τα λάικ τους στις δικές μας αναρτήσεις -οι οποίες συχνότατα διαπνέονται από μια αντίστοιχη εμμονή.

125267-281165

H Bettie Page φωτογραφημένη από τον Weegee (1955)

Αν γκουγκλάρουμε την λέξη «περσόνα», θα πέσουμε αμέσως πάνω στον ορισμό του Καρλ Γιουνγκ: ένα περίπλοκο σύστημα σχέσεων που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ατομική συνείδηση και στην κοινωνία. Ένα είδος μάσκας, σχεδιασμένο για να κάνει στους άλλους μια συγκεκριμένη έντονη εντύπωση και ταυτόχρονα να καμουφλάρει την πραγματική μας φύση. Ο Γιουνγκ δεν βρίσκει εξαρχής κάτι προβληματικό σ’ αυτό –ειδικά όσο βρισκόμαστε στο πρώτο μισό της ζωής μας. Πρόκειται για μια φυσιολογική αμυντική λειτουργία, για ένα αναγκαίο κακό που μας προφυλάσσει από τις κακοτοπιές. Άλλωστε, κατά μία έννοια, η περσόνα είναι κάτι αποκλειστικά δικό μας, κατασκευασμένη –και- από υλικά που πηγάζουν από πολύ βαθιά.

Στον πραγματικό κόσμο έχουμε στην κατοχή μας αρκετές τέτοιες μάσκες για να τις φοράμε ανάλογα με την συγκυρία και την σύμβαση της στιγμής. Άλλη θα φορέσουμε όταν συνομιλούμε με τον εργοδότη μας, άλλη όταν φλερτάρουμε στο μπαρ και άλλη όταν συμβουλεύουμε τα παιδιά μας. Αν μιλήσουμε στον εργοδότη με τον τρόπο που απευθυνόμαστε στον άγνωστο του μπαρ ή στα παιδιά μας θα έχουμε πρόβλημα.

Στον παράξενο κόσμο των social media, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να χρησιμοποιείς όλα σου τα προσωπεία. Ακόμα και αν έχεις καταρτίσει λίστες και έχεις βάλει τους στενούς σου φίλους χωριστά από τους απλούς γνωστούς, τους συνεργάτες σου ή τη μαμά σου -ώστε η κάθε κατηγορία να βλέπει συγκεκριμένες μόνο αναρτήσεις- το σχήμα είναι εξαιρετικά περίπλοκο για να λειτουργήσει. Μεσολαβούν η απόσταση, η απρόσωπη επαφή, το πλήθος των ανθρώπων και των προσωπείων που αλληλεπιδρούν, τα κάθε λογής τρολ που τινάζουν τα πάντα στον αέρα…

Μοιραία, καταλήγουμε σε μία και μόνο περσόνα και πορευόμαστε με αυτήν σε όλη την φεϊσμπουκική μας ζωή. Οι πάντες, άλλωστε, το ίδιο κάνουν. Άλλος μοιάζει να είναι μόνιμα νευριασμένος, άλλος μοιράζει αγάπη ολούθε, άλλος είναι ανεξάντλητος χωρατατζής, άλλος μετριοπαθής φιλόσοφος, άλλος ψυχοπονιάρης φιλάνθρωπος και άλλος εξοργισμένος επαναστάτης.

Κοινώς, αποκρύπτουμε πια όχι μόνο τις μύχιες σκέψεις μας και την πολυπλοκότητα της φύσης μας, μα και όλα τα υπόλοιπα προσωπεία μας. Δημιουργούμε έτσι μια παραπειστική εικόνα του εαυτού μας που, παραδόξως, γίνεται εύκολα πιστευτή από τους άλλους. Το ακόμα πιο παράδοξο είναι πως πειθόμαστε και εμείς οι ίδιοι και, όσο τουλάχιστον βρισκόμαστε online, ταυτιζόμαστε απόλυτα με την συγκεκριμένη περσόνα μας.

Την εποχή που η διαδικτυακή μας παρουσία καταλάμβανε μικρό μόνο μέρος της ημερήσιας επαφής μας με τους άλλους, το πρόβλημα ήταν διαχειρίσιμο. Τώρα, όμως, τα social media κατέχουν συχνά τη μερίδα του λέοντος. Τα πάντα σχεδόν περνούν μέσα από εκεί. Μας απασχολούν ακόμα και τις -λίγες- ώρες που δεν είμαστε online. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο παραμορφωτικός καθρέφτης που μόνοι μας δημιουργήσαμε, αντικατοπτρίζει πια και την offline ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Δυστυχώς για την περσόνα μας η ζωή εκεί έξω εξακολουθεί να διέπεται από τους δικούς της νόμους. Και ενώ στο φέισμπουκ εισπράττουμε ύμνους για την ομορφιά, το πνεύμα και την καλοσύνη μας, στον πραγματικό κόσμο δεν σταυρώνουμε γκόμενο/α. «Μα γιατί δεν πουλάει το βιβλίο μου;» αναρωτιόταν τις προάλλες μια φίλη συγγραφέας. «Αφού στο φέισμπουκ γίνεται χαμός μόλις αναρτώ κάτι για αυτό». Αλλά και αντίστροφα: «Τι παράξενο… Ενώ στο φέισμπουκ δεν μου δίνει κανείς σημασία, τούτοι εδώ οι ηλίθιοι δείχνουν να με συμπαθούν». Όλη αυτή η δυσαρμονία, προστιθέμενη στα υπόλοιπα ζοφερά που συμβαίνουν γύρω μας, μάς καταθλίβει, μάς αποσυντονίζει, μάς κάνει να αισθανόμαστε αποτυχημένοι και μικροί.

Καθώς έψαχνα στο Google τον ορισμό της λέξης «περσόνα», έπεσα πάνω σε διάφορες συμβουλές του Γιουνγκ, τις οποίες κάποιος είχε συγκεντρώσει για εμάς τους βιαστικούς. Για παράδειγμα: «Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, οφείλει να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει τις πλουσιότερες σοδειές γνώσης».

Και μία ακόμη: Να στοχεύουμε στην εξατομίκευση. Να πασχίσουμε ώστε να γίνουμε πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί από την περσόνα μας. Έτσι μας συμβούλευε ο Γιουνγκ πριν από πολλές δεκαετίες, όταν ακόμα δεν υπήρχε το Facebook.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 6/4/2016)

Advertisements
13/05/2016

Θαυμαστός Μεσαίωνας

Το Δεκαήμερο του Βοκάκιου και οι κινηματογραφικές μεταφορές του

 

«Όμως δεν θα ήθελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς».

 (Βοκάκιος, Το Δεκαήμερο)
Στα μέσα του 14ου αιώνα η Ευρώπη βίωσε μια δοκιμασία από εκείνες που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική μνήμη. Ήταν η επιδημία της βουβωνικής πανώλης, ο μαύρος θάνατος που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την ήπειρο, ερημώνοντας πόλεις και χωριά και προκαλώντας μια σειρά από κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις. Πολλές από αυτές αξιολογήθηκαν αργότερα ως θετικές: τα δυσεύρετα εργατικά χέρια απέκτησαν μεγαλύτερη αξία, το φαινόμενο της δουλοπαροικίας μαράζωσε, το βιοτικό επίπεδο για τους επιζώντες βελτιώθηκε, οι επιστήμες της ιατρικής και της φαρμακευτικής εξελίχθηκαν… Ακόμη, ο φόβος του θανάτου ξύπνησε σε μεγάλο μέρος του υγιούς πληθυσμού την αγάπη για την ζωή. Οι γεννήσεις πολλαπλασιάστηκαν, τα αυστηρά ήθη χαλάρωσαν και, όταν πέρασε το πρώτο κύμα της επιδημίας, παρατηρήθηκε μια ροπή προς τις τέχνες και γενικά τις γήινες απολαύσεις.

Boccaccio1516Berlino

Μέσα σε αυτήν την ταραγμένη –γεμάτη με θρήνο αλλά και αναδημιουργία- περίοδο, ένας φλωρεντινός ονόματι Τζοβάνι Μποκάτσο, έφερνε στο φως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά έργα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Το βιβλίο που ολοκληρώθηκε το 1353 είχε τον τίτλο “Decameron” και ήταν μια μεγάλη συλλογή μικρών ιστοριών, οι περισσότερες από τις οποίες προϋπήρχαν στην προφορική παράδοση. Ο Βοκάκιος τις συγκέντρωσε, τις ξεσκαρτάρισε και τις επαναδιατύπωσε, όχι στην γερασμένη και δυσκίνητη λατινική γλώσσα , αλλά στην  ολοζώντανη και γεμάτη χυμούς και χάρη φλωρεντινή διάλεκτο της εποχής.

Σαν συνδετική ύλη ανάμεσα στα διηγήματα, επινόησε μια κεντρική ιστορία: Δέκα πρόσωπα, επτά όμορφες νέες και τρεις χαριτωμένοι νέοι, αφήνουν την χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία και καταφεύγουν σε μια έπαυλη στους μαγευτικούς λόφους του Φιέζολε. Ήδη έχει δημιουργηθεί μια λογοτεχνικά ερεθιστική αντίστιξη. Από την μία μεριά το μεγάλο θανατικό, που ο Βοκάκιος περιγράφει συγκλονιστικά στην αρχή και από την άλλη η ζωντάνια και η ευθυμία της νιότης. Πώς όμως θα περάσουν τον χρόνο τους στην απομόνωση οι δέκα νέοι; Θα αφηγούνται ιστορίες. Κάθε μέρα το κάθε πρόσωπο θα διηγείται από μία. Στις δέκα λοιπόν μέρες που θα μείνουν εκεί, θα ειπωθούν εκατό σύντομες ή λιγότερο σύντομες αφηγήσεις με επίκεντρο τον έρωτα. Άλλες είναι κωμικές και άλλες συγκινητικές. Άλλες διακρίνονται από τόλμη και ελευθεριάζουσα διάθεση και άλλες περιγράφουν ευφάνταστες φάρσες και κατεργαριές. Όλες όμως ξεχειλίζουν από ρυθμό, γοητεία και αυθεντικότητα, προσφέροντάς μας μια πάλλουσα, πολύμορφη και αρκετά διαφορετική από εκείνη που οι περισσότεροι έχουμε στο μυαλό μας εικόνα για τη ζωή στην προαναγεννησιακή Ιταλία.

Ο Παζολίνι, οι Ταβιάνι και οι άλλοι

1bis_-Pier-Paolo-Pasolini-Il-giudizio-universale-Frame-da-Decameron-1971

Ένα τέτοιας σημασίας και αφηγηματικού εύρους έργο ήταν βέβαια αδύνατο να αγνοηθεί από την έβδομη τέχνη. Η κινηματογραφική ιστορία του Δεκαήμερου απλώνεται σε περισσότερα από 100 χρόνια. Η αρχή έγινε με το «πρωτόγονο» -και δυσεύρετο σήμερα- Il Decamerone” (1912) του Τζενάρο Ριγκέλι που περιέχει τρείς ολιγόλεπτες ιστορίες, ενώ ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας είναι το πρόσφατο «Θαυμάσιος Βοκάκιος» (“Maraviglioso Boccaccio”, 2015) των αδελφών Ταβιάνι –η έξοδος του οποίου στις ελληνικές αίθουσες την τελευταία ακριβώς μέρα του 2015, αποτέλεσε την αφορμή για τούτο το μικρό αφιέρωμα. Ενδιαμέσως μπορούμε να βρούμε δεκάδες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές που διασκευάζουν (ή εμπνέονται από) τις ιστορίες του Δεκαήμερου. Ενδεικτικά αναφέρουμε το βουβό «Decameron Nights» (1924) του Χέρμπερτ Γουίλκοξ, το «O αρχάγγελος Γαβριήλ και η κυρία Χήνα»  (“Archandel Gabriel a paní Husa”, 1964) του Τσέχου μάστορα του stop motion animation και των μαριονέτων Γίρι Τρνκα, αλλά και το σπονδυλωτό «Βοκάκιος 70» (“Boccaccio 70”, 1962) των Φελίνι, Βισκόντι, Ντε Σίκα και Μονιτσέλι που, αντιγράφοντας την ιδέα του Δεκαήμερου, εξερευνά τα ερωτικά ήθη της δεκαετίας του 1960.

Η κινηματογραφική διασκευή, όμως, που αναδεικνύει καλύτερα το πνεύμα το αρχικού κειμένου, δεν είναι άλλη από το «Δεκαήμερο» (“Il Decameron”) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Γυρισμένη το 1971, η ταινία αυτή αποτελεί το πρώτο μέρος της λεγόμενης «τριλογίας της ζωής» -τα άλλα δύο είναι τα «Οι μύθοι του Καντέρμπουρυ» (“I racconti di Canterbury”, 1972) και «Χίλιες και μία νύχτες» (“Il fiore delle mile e una note”, 1974). Ήταν η εποχή που ο μεγάλος Ιταλός δημιουργός επιχειρούσε μια στροφή στην γραφή του, αναζητώντας δρόμους έκφρασης εγγύτερους σε έναν λαϊκό, ευρείας κατανάλωσης κινηματογράφο. Το έκανε βέβαια με τους δικούς του όρους. Δίχως να ωραιοποιεί το παρελθόν, δίχως να καταφεύγει σε αφηγηματικές και μορφικές ευκολίες και, κυρίως, δίχως να υποτιμά την νοημοσύνη του θεατή. Οι διάλογοι προφέρονται στο ναπολιτάνικο λαϊκό ιδίωμα, ενώ οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι είτε ερασιτέχνες, είτε …πρώην ερασιτέχνες που πήραν το «βάπτισμα του πυρός» σε κάποιο παλιότερο φιλμ του Παζολίνι (πχ οι Νινέτο Νταβόλι και ο Φράνκο Τσίτι). Εμφανίζεται όμως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης στο ρόλο του ζωγράφου Τζιότο. Οι σεκάνς (οχτώ στον αριθμό) είναι κατά βάση κωμικές και εικονογραφούν ένα πλήθος από τολμηρές, σεξουαλικές, ακόμα και σκατολογικές περιπέτειες. Συνδέονται δε νοηματικά μέσα από τον έρωτα και την προσπάθεια για την απόκτηση του αντικειμένου του πόθου. Σε αντίθεση με τα γυαλιστερά κοστούμια και τα λουστραρισμένα σκηνικά που χρησιμοποιούνταν συνήθως στα φιλμ εποχής, ο Παζολίνι και ο -νεαρός τότε, αλλά πασίγνωστος και πολυβραβευμένος σήμερα- σκηνογράφος Ντάντε Φερέτι, προτίμησαν μια βρώμικη, φθαρμένη, μα γεμάτη αυθεντικότητα αισθητική προσέγγιση. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ανατρεπτικό, αντικληρικό και αντικομφορμιστικό πνεύμα του σεναρίου, καθιστά την ταινία έναν ύμνο στα επίγεια πάθη, στην «σωματικότητα» και κατ’ επέκταση στην ίδια τη ζωή.

Maraviglioso-Boccaccio-decameron

Σε τελείως διαφορετική λογική κινήθηκαν οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι στην δική τους εκδοχή του Δεκαήμερου. Οι γηραιοί, αλλά πάντοτε μάχιμοι κινηματογραφιστές επέλεξαν να ξεκινήσουν όπως και ο Βοκάκιος. Αφιερώνοντας δηλαδή κάποιες σκηνές στα όσα φοβερά συνέβαιναν στην χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία: σωροί από πτώματα στους δρόμους, γονείς που επιλέγουν να ταφούν ζωντανοί μαζί με τα νεκρά παιδιά τους, άνθρωποι που τριγυρνούν κρατώντας λουλούδια μπροστά στη μύτη τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγουν την αρρώστια…  Έπειτα γνωρίζουμε τα πρόσωπα που καταφεύγουν στην εξοχή (όλες και όλοι νέοι ταλαντούχοι Ιταλοί ηθοποιοί) και αρχίζουν οι αφηγήσεις των ιστοριών. Σε αντίθεση όμως με το βιβλίο όπου οι εύθυμες αφηγήσεις είναι σαφώς περισσότερες από τις δραματικές, στο “Maraviglioso Boccaccio” γίνεται το αντίστροφο: οι δραματικές όχι μόνο υπερτερούν, αλλά είναι και οι πιο δυνατές κινηματογραφικά. Και οι μεν και οι δε, πάντως, διακρίνονται από έντονο στυλιζάρισμα, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια προσπάθεια αισθητικής ωραιοποίησης του Μεσαίωνα. Με τον τρόπο αυτό οι ιστορίες του Βοκάκιου χάνουν τον λαϊκό και «γήινο» χαρακτήρα τους και τοποθετούνται σε ένα πιο «πνευματικό» περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε πολλές εντυπωσιακές οπτικοακουστικές συνθέσεις –είναι άλλωστε γνωστή η ικανότητα των Ταβιάνι να χτίζουν δυνατές σκηνές με την συνδρομή του ήχου και της μουσικής- αλλά σαφώς λιγότερες στιγμές αυθεντικής κινηματογραφικής συγκίνησης.

Το βιβλίο στα ελληνικά

Ακόμη κι έτσι, παραμένει εντυπωσιακό το γεγονός πως εξήμισι αιώνες από την ημέρα που ο Βοκάκιος ολοκλήρωσε το χειρόγραφό του, το Δεκαήμερο εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον, μα και να μας προκαλεί να ασχοληθούμε μαζί του έστω και μέσα από το φίλτρο που, μοιραία, επιβάλλει η εποχή μας. Και βέβαια, το καλύτερο μέσο για να το κάνουμε είναι το ίδιο το λογοτεχνικό έργο. Στα ελληνικά, ολόκληρο το κείμενο θα το βρούμε μόνο στην δίτομη έκδοση που κυκλοφορεί από τα «Γράμματα» και κοσμείται από τις ξυλογραφίες της ιταλικής έκδοσης του 1492. Κυρίως όμως κοσμείται από την μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, η οποία μας δίνει μια ευκρινέστατη εικόνα τόσο για τον ιταλικό ύστερο Μεσαίωνα όσο και για το μεστό, παιγνιώδες ύφος του συγγραφέα του Δεκαήμερου.

(Πρώτη δημοσίευση, Ο Αναγνώστης, Ιανουάριος 2016)