Archive for Αύγουστος, 2016

25/08/2016

Οι αποσυνάγωγοι της παραλίας

«Αν σκάψεις εδώ που πατάμε, ξέρεις τι θα βρεις;»

Ο κύριος Στέλιος, πατέρας ενός καλού φίλου μου, είναι βέρος Πειραιώτης και έχει πάθος με την ιστορία της πόλης του και με τον Ολυμπιακό. Όταν μού έκανε την παραπάνω ερώτηση βολτάραμε καμιά εκατοστή μέτρα από το λιμάνι, στο υψωματάκι πάνω από την πύλη Ε3. Μπροστά μας μια μεγάλη λευκή πολυκατοικία που μοιάζει να είναι εδώ και πολλά χρόνια στα τελειώματα. Ακριβώς δίπλα ένα μεγαλούτσικο άχτιστο οικόπεδο. Υπέθεσα ότι το μέρος θα έχει κάποιο αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

«Καμία σχέση», απάντησε. «Χύσι θα βρεις. Πολύ χύσι» (ξέχασα να πω ότι ο κύριος Στέλιος είναι και αρκετά αθυρόστομος). «Εδώ ακριβώς που πατάμε ήταν τα περίφημα Βούρλα».

Τα περίφημα Βούρλα, όπως έμαθα εκείνο το απόγευμα, ήταν ένας περιτοιχισμένος χώρος, που φιλοξενούσε για παραπάνω από μισό αιώνα όλους ανεξαιρέτως τους οίκους ανοχής του Πειραιά. Δημιουργήθηκε γύρω στο 1875, όταν ακόμα η περιοχή ήταν μακριά από τα όρια της πόλης και λειτούργησε έτσι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μια κάπως αστεία λεπτομέρεια: ο εργολάβος ο οποίος στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκε και τα σπίτια νοικιάζοντάς τα σε προαγωγούς και σωματέμπορους, ονομαζόταν Μπόμπολας. Απλή συνωνυμία, βεβαιώνει ο κύριος Στέλιος.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στη γνωστή μελέτη του «Το μπουρδέλο», κατατάσσει τα Βούρλα στην κατηγορία «στρατώνας», διαχωρίζοντάς τα από την τυπική «γειτονιά των πορνείων» όπως ήταν η Τρούμπα και η Μπάρα στη Θεσσαλονίκη –για την οποία γράφει και τα περισσότερα, καθώς ήταν και ο ίδιος τακτικός θαμώνας. Ήταν φυσικά ένα ζοφερό γκέτο, όπου βασίλευαν η ανθρώπινη εκμετάλλευση και τα αφροδίσια νοσήματα. Τα δε «κορίτσια» (ηλικίας από 15 έως 70 ετών) μπορούσαν να βγουν από την πύλη μόνο με ειδική άδεια.

«Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία διώροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12 + 12) δωμάτια- ήτοι εν συνόλω 72 δωμάτια = 72πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων και στο πάνω πάτωμα έμενε ή αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλο του, την έστηνε στην πορτάρα κα περίμενε» (Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο)

Έπειτα από την μικρασιατική καταστροφή η πόλη μεγάλωσε και η μάντρα περικυκλώθηκε από τα προσφυγικά χαμόσπιτα. Η συνύπαρξη κράτησε για καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Τελικά, πάρθηκε η απόφαση τα Βούρλα να αδειάσουν. Τα πορνεία διασκορπίστηκαν σε άλλες γειτονιές, πριν συγκεντρωθούν σιγά σιγά στην Τρούμπα. Το κτιριακό συγκρότημα πάντως δεν πήγε χαμένο. Στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε σαν φυλακή -μια ταιριαστή οπωσδήποτε χρήση- κάτι που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, με την ονομασία «Δικαστικές Φυλακές Πειραιώς». Η κατεδάφιση έγινε γύρω στο 1970.

Καθώς ο ήλιος έπεφτε, κάναμε και ένα πέρασμα από το λιμάνι. Η Ε3 ήταν ακόμη γεμάτη από τις πολύχρωμες σκηνές των προσφύγων. Ανάμεσα σ’ αυτές και στη θάλασσα, δύο μεγάλα πούλμαν περίμεναν στωικά, με αναμμένες τις μηχανές, να γεμίσουν ώστε να κατευθυνθούν στα «κέντρα φιλοξενίας». Τις επόμενες μέρες ξεκίνησε η προσπάθεια να μεταφερθούν οι πρόσφυγες στην Ε1, η οποία βρίσκεται ακόμη πιο μακριά από το κέντρο του λιμανιού και τα μάτια των ταξιδιωτών του Πάσχα.

Φαίνεται πως η πρακτική του αυστηρού διαχωρισμού και του κρυψίματος κάτω από το χαλί είναι διαχρονική, διαπολιτισμική και πανανθρώπινη. Και δεν περιορίζεται στον κόσμο των ζωντανών. Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη για το βιβλίο του Πετρόπουλου, πέτυχα και το «Πτώματα πτώματα πτώματα» του ιδίου. Είναι ένα ολιγοσέλιδο ανάγνωσμα για γερά στομάχια που αναφέρεται στους κάθε λογής και παράταξης δολοφονημένους της Κατοχής και του Εμφυλίου στη Θεσσαλονίκη. Νυχτερινές πορείες μελλοθανάτων, μαζικές εκτελέσεις, ομαδικοί τάφοι σε απόμερα σημεία. Λιτές περιγραφές μιας αρχετυπικής φρίκης. Παραθέτω μία από τις λιγότερο μακάβριες παραγράφους.

«Από την κερασιά και πέρα, στα βορειοδυτικά, η επιφάνεια της κακοτράχαλης γης (της γεμάτης μπάζα από κάποιο παλιό βαρόσι) σχημάτιζε πολλές-πολλές καμπουρίτσες: ήσανε οι τάφοι των τουφεκισμένων. Αυτοί οι τάφοι δεν είχανε μήτε πλάκα, μήτε σταυρό, μήτε τίποτα. Ή κάθε μάνα ήξερε τον τάφο του παιδιού της από ένα μικρό σημάδι (παλουκάκι, τούβλο, κονσερβοκούτι κτλ.). Κάπου-κάπου ερχότανε στο, επισήμως ανύπαρκτο, Νεκροταφείο των Τουφεκισμένων μια χαροκαμένη και σιγόκλαιγε, ενώ από την πίσω σκοπιά της φυλακής ό χωροφύλακας κοίταγε με περιέργεια».

Καθώς αντιγράφω το απόσπασμα από το βιβλίο, έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό μου οι φωτογραφίες από τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στο φαληρικό δέλτα. Οι αλυσοδεμένοι σκελετοί, παραχωμένοι μακριά από τα επίσημα νεκροταφεία των ανθρώπων. Αποσυνάγωγοι και αυτοί, μιας μακρινής, μα ανάλογα σκληρής εποχής.

(Πρώτη δημοσίευση AthensVoice.gr 18/4/2016)

Advertisements