Archive for Αύγουστος, 2017

19/08/2017

Εμείς, οι αθώοι ξενιστές

Μεταφέροντας τα στερεότυπα του μίσους από γενιά σε γενιά

Κυριακή απόγευμα στο Γκάζι. Δύο γιγάντια βυτιοφόρα, αντλούν υπομονετικά το νερό της βροχής που έχει συγκεντρωθεί στον χώρο μπροστά από τη σκηνή της Τεχνόπολης. Όταν η δουλειά ολοκληρωθεί, οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Τσίρκου θα γίνουν κανονικά. Έχει μαζευτεί μπόλικος κόσμος. Οι περισσότεροι είναι γονείς, συγγενείς και φίλοι των μικρών παιδιών τα οποία πηγαίνουν σε μια αθηναϊκή σχολή ακροβατικών.

Τα βυτιοφόρα αποχωρούν, παίρνοντας μαζί τους μια έντονη αποφορά. Τα φώτα στη σκηνή δυναμώνουν και οι παραστάσεις ξεκινούν. Πρώτο βγαίνει ένα σχήμα ενηλίκων προερχόμενο από μεγάλο ελληνικό νησί. Ζογκλέρ, ισορροπιστές και μουσικοί. Τσιγγάνικα τραγούδια, ένα κοντραμπάσο, παλιομοδίτικα κοστούμια, πουκάμισα με λαχούρια, όμορφα  κορίτσια και αγόρια… Μια ευχάριστη μποέμ ατμόσφαιρα.

46-893x600 (1)

Ώσπου εμφανίζεται και ο (ας τον πούμε) κλόουν της ομάδας. «Έρχεται από τη Βενετία», μάς πληροφορεί χαρούμενος ο εκφωνητής. «Και είναι ένας τσιγκούναρος γέρο τραπεζίτης». Τον κοιτάζω καλύτερα. Φοράει ψηλό σκουφί, ανατολίτικη βράκα και μια ψεύτικη καμπούρα. Κρατάει έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα γεμάτο, υποτίθεται, με γραμμάτια και μετοχές, ενώ στη μούρη του έχει μια αποκρουστική μάσκα με γαμψή μύτη και κρεμαστά φρύδια.

Μιλά με επιτηδευμένα στριγκή φωνή και προσπαθεί με κάθε τρόπο να φανεί αντιπαθής και γλοιώδης. «Όλοι μου χρωστάτε, όλους εδώ μέσα σας έχω», λέει στο κοινό χτυπώντας τον χαρτοφύλακά του. Ή: «Θέλω να αγοράσω μια νέα γυναίκα για να κάνει μασάζ στις γέρικες πατούσες μου». Την ίδια στιγμή, για όποιον δεν κατάλαβε, οι μουσικοί παίζουν με μπρίο το «Χάβα Ναγκίλα». Το γνωστότερο τραγούδι της εβραϊκής λαϊκής παράδοσης.

Είναι λοιπόν ένας Σάιλοκ. Ή, πιο σωστά, η στερεοτυπική μορφή του εβραίου όπως αυτή εμφανιζόταν στις σκοτεινότερες περιόδους του αντισημιτισμού. Η ίδια ακριβώς καρικατούρα που φιλοξενούσε σε κάθε φύλλο της η εφημερίδα Der Stürmer, το βασικό όργανο της αντισημιτικής προπαγάνδας στη ναζιστική Γερμανία. Ένα στερεότυπο που σε πείσμα της λογικής εξακολουθεί να επιβιώνει και να χρησιμοποιείται από ανθρώπους κάθε μορφωτικού επιπέδου, ιδεολογίας και αισθητικής. Από τους νεοναζί και την ψεκασμένη δεξιά, μέχρι τα μποέμ τυπάκια που χαίρεσαι να κάνεις παρέα μαζί τους.

Η ιστορική διαδρομή του συγκεκριμένου στερεότυπου (του γαμψομύτη, πονηρού και συνωμότη εβραίου) είναι εντυπωσιακή. Άλλοτε κλέβει τα χριστιανόπουλα για να τους ρουφήξει το αίμα και άλλοτε δανείζει εκ του πονηρού τους νοικοκυραίους για να υφαρπάξει τις περιουσίες τους. Άλλοτε μεταδίδει μικρόβια και ασθένειες στην άρια φυλή και άλλοτε τα βάζει αποκλειστικά με τον ελληνισμό -έτσι για το γινάτι του. Άλλοτε κινεί τα νήματα του διεθνούς καπιταλισμού και άλλοτε οργανώνει επαναστάσεις και φέρνει τους μπολσεβίκους στην εξουσία. Άλλοτε βρίσκεται πίσω από τον Χίτλερ και το Ολοκαύτωμα (ναι έχει ειπωθεί και αυτό) και άλλοτε στέλνει το ΔΝΤ για να απομυζήσει τα διάφορα έθνη. Άλλοτε χρηματοδοτεί τον ISIS και ενορχηστρώνει το ριζοσπαστικό Ισλάμ και άλλοτε μαγειρεύει τα βραβεία Όσκαρ και καθορίζει τα κινηματογραφικά μας γούστα. Είναι ο αιώνιος, ο πιο βολικός και εύπλαστος αποδιοπομπαίος τράγος. Ένας κακός που πάει με όλα.

Πιθανότατα, ορισμένοι από εκείνους που μεταφέρουν ετούτες τις γκροτέσκ καρικατούρες από γενιά σε γενιά, να μην το κάνουν συνειδητά. Να μην είναι, δηλαδή, ορκισμένοι ρατσιστές ή μισάνθρωποι. Αυτή ακριβώς όμως είναι η δύναμη των στερεοτύπων του μίσους. Είναι πάντοτε εύκαιρα και δρουν αυτόνομα. Φωλιάζουν στα κατώτερα ένστικτά μας. Μας χρησιμοποιούν σαν φορείς και ξενιστές, μέχρι που, όταν γιγαντώνονται, καταπίνουν και εμάς τους ίδιους.

Έπειτα όμως από τόσα παραδείγματα, έπειτα από τόσα πογκρόμ και λουτρά αίματος, κανείς δεν δικαιούται να δηλώνει αθώος. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίζει πως δεν γνώριζε.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 7/6/2017 – φωτογραφία Christina Carcia Rodero)

Advertisements
19/08/2017

Μόρτικα και παντελονάτα

Προκάτ λαϊκότητα και σεξισμός στον πολιτικό λόγο

Μέχρι τα μέσα των 90s μια βαριά σκιά σκέπαζε την, διαχρονικά, βασανισμένη πατρίδα μας: Η ξύλινη γλώσσα των πολιτικών. Αυτή έφταιγε που «οι νέοι μας» γυρνούσαν την πλάτη στα κόμματα και στην πολιτική. Αυτή ευθυνόταν που ξημερώνονταν στα κλαμπ ή γίνονταν ρέιβερς και χόρευαν εκστασιασμένοι στα ξέφωτα και στις ρεματιές. Πιστοί στο καθήκον, οι τηλεοπτικοί αστέρες κήρυξαν ανένδοτο αγώνα εναντίον της.

Καλούσαν, ας πούμε, έναν επίδοξο βουλευτή και μόλις εκείνος ξεκινούσε το ποίημά του τον διέκοπταν. «Μιλάτε ξύλινη γλώσσα!» του έλεγαν. Έντρομος τότε εκείνος ψέλλιζε κάτι παλαιικά καλιαρντά χειροτερεύοντας ακόμα περισσότερο τη θέση του. Όταν η κατάσταση έγινε ασφυκτική, ανέλαβαν δράση οι επικοινωνιολόγοι και εξήγησαν στους πελάτες τους πως οφείλουν να μάθουν να μιλούν όπως οι ψηφοφόροι τους. Δεν μπορείς δηλαδή να εκλέγεσαι στη Β’ Πειραιώς και να ακούγεσαι σαν λόγιος ή σαν φλώρος. Πρέπει να γίνεις λίγο μόρτης, λίγο καραμπουζουκλής. Επιπλέον, το λαϊκό στοιχείο αρέσει και στις «καλές γειτονιές», αφού και εκεί νεόπλουτοι είναι οι περισσότεροι.

Η τάση φυσικά προϋπήρχε. Ο Ανδρέας σκόρπιζε λαϊκές εκφράσεις στους λόγους του, ενώ ο Φλωράκης και ο Αβέρωφ χρησιμοποιούσαν συχνά ντοπιολαλιά και παροιμίες του βουνού και του λόγγου. Μετά όμως από τα 90s το φαινόμενο πήρε διαστάσεις. Το σήκωνε άλλωστε και η εποχή. Οι επιφυλλίδες των εφημερίδων είχαν πάψει να θυμίζουν δοκίμια και κάποιοι διακεκριμένοι αρθρογράφοι είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν το γνωστό αρχοντορεμπέτικο ύφος που έχουν μέχρι σήμερα.

Τα χρόνια πέρασαν και η μαγκιά στον πολιτικό λόγο έγινε κοινός τόπος. Ένα πεδίο στο οποίο ο καθένας μπορεί να προσθέσει το δικό του άγγιγμα. Ο Γιακουμάτος παριστάνει τον λαϊκό μπουνταλά, ο Λοβέρδος είναι και του σαλονιού και του λιμανιού, ο Μεϊμαράκης το παίζει βαρύμαγκας, ο Τσίπρας στραβώνει το στόμα… Η ποθούμενη λαϊκότητα αναζητείται σε κάθε λογής μετερίζια. Παραδόξως εξακολουθούν να έχουν πέραση οι βουκολικές εκφράσεις («ξύνεσαι στην γκλίτσα του τσομπάνη» είπε κάποια στιγμή ο Καμμένος και ένα άρωμα σαρακατσάνικης στάνης ξεχύθηκε στα έδρανα της βουλής). Η ποπ και η τηλεοπτική κουλτούρα έχουν και αυτές το μερίδιο τους. Εκείνος ο έρμος ο Χάρι Πότερ, έχει μπει στο στόμα όλων σχεδόν των πολιτικών («Δεν έχω το ραβδάκι του Χάρι Πότερ», «Παριστάνετε τον Χάρι Πότερ» κλπ) ενώ, όπως αναμενόταν, τελευταία παίζει πολύ το Survivor.

Με διαφορά, πάντως, οι έλληνες πολιτικοί προτιμούν τις εκφράσεις μαγκιάς. Αυτές που έρχονται από τα βάθη του παλιού πειραιώτικου υποκόσμου και ξεχειλίζουν από αντριλίκι, σεξισμό και ομοφοβία. «Δεν φοράς παντελόνια», «Είσαι τσάμπα μάγκας», «Είναι ντιντήδες και σαλονάτοι», «Όχι τσαμπουκά σ’ εμένα», «Έλα να γλείψεις τον δικό μου που είναι πιο ωραίος». Κάποιοι διάλογοι, όπως αυτοί των Πολάκη-Γεωργιάδη θα έμπαιναν άνετα σε μια κακή επιθεώρηση: «Λες μπούρδες κρεμαστές», «Μη με κόβεις! Τώρα μουρμού!», «Είσαι κότα λειράτη», «Μη μου κάνεις εμένα τσιριτζάκια», «Θα σου ξεριζώσω τα μουστάκια, γαϊδούρι». Όμως, οι λαϊκές εκφράσεις κρύβουν και παγίδες. «Πέτσινο» αποκάλεσε το νικητήριο γκολ του τελικού κυπέλλου ο Κυριάκος Μητσοτάκης και έβαλε απέναντί του τον περήφανο λαό του ΠΑΟΚ.

To κεφάλαιο που αφορά τη Χρυσή Αυγή είναι φυσικά μεγάλο («Βγήκε από την μπουζού η πρεζού;», «Σκάσε μωρή», «Κάτσε κάτω ρε χοντρέ», «Πάλι πιωμένη είσαι;», «Μαντάμ Τσακαλώτου», είναι λίγες από τις πιο ήπιες φράσεις). Αν δεν μιλούσαμε για μια εγκληματική οργάνωση, οι ατάκες θα μπορούσαν να προσφέρουν και άφθονο γέλιο («Μόλις γά… μια αδελφή», είπε πρόσφατα ο κοινοβουλευτικός της εκπρόσωπος, κάνοντας δίχως να το καταλάβει το δικό του outing).

Αρκετοί μέσα στη βουλή αντιστέκονται και κατακρίνουν αυτόν τον λόγο. Το κάνουν όμως μόνο στην περίπτωση που τους συμφέρει πολιτικά. Παράδειγμα: Όταν ο Σαμαράς καυχήθηκε πως είναι της αντρικής σχολής, η τότε πρόεδρος της βουλής και σύσσωμο το κυβερνητικό στρατόπεδο τον κατηγόρησε ως ακραίο σεξιστή. Όταν την επόμενη μέρα ο Καμμένος έσκουζε «στα τέσσερα, στα τέσσερα!» ούτε η πρόεδρος, ούτε και οι υπόλοιποι –που τώρα την λοιδορούν- είπαν το παραμικρό.

Φυσικά, ο κουτσαβάκικος λόγος επιστρατεύεται αποκλειστικά από τους άντρες πολιτικούς. Μια γυναίκα γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να μιλά έτσι αν θέλει να έχει ψηφοφόρους. Όχι, το εκλογικό σώμα δεν τα σηκώνει αυτά από το φύλο της. Όσες λοιπόν θέλουν να παραστήσουν τις μαχητικές εκπροσώπους του λαού, ακολουθούν υποχρεωτικά ένα νευρωτικά ανυποχώρητο στυλ. Κάτι ανάμεσα σε σπαστικιά σύζυγο και αγχωτική μάνα. Αυτές είναι, άλλωστε, οι μόνες γυναικείες φιγούρες που η ελληνική κοινωνία ανέχεται σε θέσεις εξουσίας.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 24/5/17)

19/08/2017

Παιδιά στον πόλεμο, παιδιά στο Instagram

«Ο ήχος από τα κόκκαλα που σπάνε»

«Ακούγονταν όλων των ειδών οι ιστορίες για τον πόλεμο, έτσι που σου δινόταν η εντύπωση πως εξελισσόταν σε μια άλλη, μακρινή χώρα. Μόνο όταν άρχισαν να περνούν από την πόλη μας οι πρόσφυγες καταλάβαμε ότι διεξαγόταν στη χώρα μας».

Ξαναδιαβάζω το βιβλίο «Επιστροφή στη ζωή» του Ισμαήλ Μπεά. Είναι ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Μια αληθινή ιστορία από τα ξεχασμένα πια 90s. Ο συγγραφέας ήταν ένα από τα χιλιάδες παιδιά που αρπάχτηκαν από τα χωριά τους στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου στη Σιέρα Λεόνε. Στρατολογήθηκε με τη βία σε μία από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, έμαθε να σκοτώνει και διέπραξε, θέλοντας και μη, αδιανόητα εγκλήματα. Ήταν επίσης ένα από τα ελάχιστα τυχερά παιδιά. Δραπέτευσε, περιπλανήθηκε για μήνες στη ζούγκλα, ξέφυγε. Είπε την ιστορία του, πείστηκε να την γράψει, ταξίδεψε μακριά, γνώρισε μια άλλη όψη του κόσμου και κέρδισε τη ζωή του. Πραγματικά σπάνια περίπτωση.

Τα περισσότερα παιδιά-στρατιώτες εκείνου του πολέμου δεν κατάφεραν να γλιτώσουν. Όσα δεν σκοτώθηκαν στις μάχες, εκτελέστηκαν από τους αντιπάλους. Όσα δεν εκτελέστηκαν, πέθαναν από τύφο ή AIDS. Όσα δεν πέθαναν, πληγώθηκαν ανεπανόρθωτα σωματικά και ψυχολογικά. Η μοίρα των κοριτσιών ήταν, φυσικά, ακόμη χειρότερη. Στα δέκα ή τα δώδεκα χρόνια τους έπρεπε να ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορέξεις ολόκληρων λόχων. Την επόμενη μέρα το πρωί έπαιρναν και εκείνα το όπλο και συμμετείχαν σε μάχες, επιδρομές και κάθε είδους εγκλήματα.

Θυμήθηκα το βιβλίο του Μπεά καθώς έβλεπα μια από τις παραστάσεις που παίχτηκαν στο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Δώδεκα παιδιά από το πρώτο λύκειο Ασπροπύργου, δούλεψαν πάνω σε μια ανάλογα συγκλονιστική ιστορία, ένα έργο της γαλλίδας Σουζάν Λεμπό με τίτλο «Ο ήχος από τα κόκκαλα που σπάνε». Δύο παιδιά-στρατιώτες, ερμηνευμένα διαδοχικά ή και ταυτόχρονα από όλους τους ηθοποιούς επί σκηνής, δραπετεύουν και ψάχνουν τον δρόμο του γυρισμού. Μια ιστορία χωρίς χαρούμενο τέλος.

Για μία περίπου ώρα βλέπαμε τα «δικά μας παιδιά», αυτά που ζουν λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις γειτονιές μας και μιλούν σαν εμάς, να έχουν προσεταιριστεί τη μοίρα εκείνων των «άλλων παιδιών». Στο τέλος της παράστασης, όταν οι έφηβοι ηθοποιοί αναστατωμένοι από το απότομο καταλάγιασμα της υπερέντασης και από την επιστροφή των σωμάτων τους στην πρότερη συνθήκη υποκλίνονταν, οι περισσότεροι ενήλικες θεατές ήμασταν δακρυσμένοι. Ίσως από ενοχές για την άγνοια ή την αδιαφορία μας.

Απρόσμενη η αντίδρασή μας. Εδικά αν σκεφτεί κανείς ότι συνήθως τα γνωρίζουμε όλα. Όταν ξεσπά μία ακόμη σύγκρουση, όταν γίνεται ένα ακόμη πολύνεκρο περιστατικό, πριν ακόμη καταμετρηθούν τα θύματα εμείς έχουμε κιόλας βγάλει την ετυμηγορία μας. Έχουμε οχυρωθεί στα χαρακώματά μας και δεν υποχωρούμε εκατοστό. Παράδειγμα, το πιο πρόσφατο έγκλημα στη Συρία. Με το που μαθεύτηκε, οι μισοί γνωρίζαμε ότι ήταν έργο των Άσαντ και Πούτιν και οι άλλοι μισοί ήμασταν βέβαιοι πως επρόκειτο για προβοκάτσια των Αμερικανών. Όσο για τις τρομερές φωτογραφίες με τα, σαν κοιμισμένα, νεκρά παιδιά, εκείνες «στόλιζαν» τα timeline και των δύο παρατάξεων. Τα παιδιά, άλλωστε, είναι το αδύνατό μας σημείο. Στο όνομά τους τα κάνουμε όλα. «Για να έχουν ένα καλύτερο μέλλον» τονίζουμε σε κάθε ευκαιρία και εισπράττουμε λάικς σε αφθονία.

Η οικογένεια Τραμπ είναι και εκείνη ευαίσθητη στο συγκεκριμένο ζήτημα. Οι φωτογραφίες από την Συρία έκαναν τη Ιβάνκα Τραμπ να γράψει στο Twitter πως νιώθει «heartbroken and outraged» και τον πατέρα της να διαπιστώσει πως «Ακόμα και όμορφα βρέφη δολοφονήθηκαν αποτρόπαια από την βαρβαρική αυτή επίθεση». Έπειτα ο Πρόεδρος, με βαριά καρδιά καθώς πρόδιδε τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, έστειλε τους Τόμαχοκ. Η δε Ιβάνκα δημοσίευσε στο Instagram μια φωτογραφία, στην οποία κάθεται σ’ ένα παχύ γκρίζο χαλί, έχοντας στο πλάι της ένα άλλο όμορφο βρέφος. Τον χαριτωμένο, χαμογελαστό και ευτυχώς ολοζώντανο γιο της, Θίοντορ.

Τόσο η ίδια, όσο και το παιδάκι φορούν ρούχα σε ουδέτερους τόνους, ώστε να ταιριάζουν με το ντεκόρ του δωματίου. Μια λευκή δερμάτινη τσάντα είναι τοποθετημένη σε στρατηγικό σημείο πάνω στο χαλί, ενώ το μοναδικό στοιχείο της εικόνας που δημιουργεί αντίθεση είναι οι κατακόκκινες γόβες στα πόδια της προεδρικής κόρης. Και τα δύο αυτά αξεσουάρ, έχουν γίνει ήδη ανάρπαστα.

«Τα μεγαλύτερα παιδιά χάνονταν σε σκέψεις όταν συζητούσαν με τους πρεσβύτερους», γράφει ο Ισμαήλ Μπεά. «Δεν ήταν μόνο εξαντλημένα και υποσιτισμένα, αλλά ήταν φανερό πως είχαν δει κάτι που τους αρρώσταινε τον νου, κάτι που δεν θα μπορούσαμε να το αποδεχτούμε αν μας έλεγαν τα πάντα».

«Επιστροφή στη ζωή», του Ismael Beah (εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Δημήτρης Μιχαήλ)

«Ο ήχος από τα κόκκαλα που σπάνε» της Suzanne Lebeau. Από μαθητές του 1ου ΓΕΛ Ασπροπύργου, σκηνοθεσία 3d Person Theatre Group – Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου 2017, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

 

(Πρώτη δημοσίευση: Athens Voice 11/4/17)