Archive for Σεπτεμβρίου, 2014

30/09/2014

Τα χαμένα παιδιά της Ραχήλ

Χαζεύοντας τα βιντεάκια της φρίκης και ψάχνοντας για ένα σημείο επαναφοράς

Πριν από χρόνια, στα γραφεία ενός πτωχευμένου, σήμερα, περιοδικού, ένας ηλίθιος με παρέσυρε γεμάτος ενθουσιασμό μπροστά σε μια οθόνη. Περίμενα ότι θα μου δείξει ένα αστείο βίντεο ή –ακόμα καλύτερα- κάτι σχετικό με το σεξ. Αντίκρισα όμως κάποιους άντρες με γένια να πριονίζουν τον λαιμό ενός αποσβολωμένου αιχμαλώτου.

ERWITT_1963_Pasadena_California_LOST_PERSON_AREA

Τότε, αυτού του είδους τα βιντεάκια διακινούνταν ακόμα από mail σε mail. Είχες λοιπόν αρκετές πιθανότητες να τα αποφύγεις. Σήμερα όμως ο βόμβος των γεγονότων δεν καλύπτεται με τίποτα. Τα πάντα καταγράφονται και διασκορπίζονται ταχύτατα μέσα από τα social media και τα «ενημερωτικά» σάιτ. Η αντανάκλαση της φρίκης, του πόνου και του θανάτου, είναι διαρκώς παρούσα. Είναι κάτι οικείο, συνηθισμένο. Παίζει στο ίδιο ταμπλό με τα χαριτωμένα γατάκια, με τα γλυκούτσικα μωρά και με τις αστείες τούμπες. Χρησιμοποιεί διαφημιστικά κόλπα για να κλέψει την προσοχή σου. (Σοκαριστικό! Λιοντάρι κατασπαράζει άνθρωπο! Προσοχή, σκληρές εικόνες! Δείτε το βίντεο!). Στην αρχή ταράζεσαι αλλά μετά το συνηθίζεις. Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος -αρκεί βέβαια να μην είναι ο δικός του λαιμός εκείνος που πριονίζεται.

Κάποιες φορές καταφέρνω και αντιστέκομαι σ’ αυτήν την απρόκλητη (;) επίθεση της μαυρίλας. Για παράδειγμα, επέλεξα να μην δω τα βιντεάκια που τράβηξαν τα μελλοθάνατα παιδιά του κορεατικού πλοίου με τα ολοκαίνουρια iPhone τους. Η μικρή ηλικία των θυμάτων, η αδυναμία τους να αντιδράσουν, η σύγχυσή τους μπροστά στην κοινή ανθρώπινη μοίρα που ερχόταν τόσο νωρίς… Όλα αυτά έφτιαχναν μια συνταγή ικανή να με κάνει να χάσω τον ύπνο μου.

Επιτυχημένη, αρχικά, ήταν η αντίστασή μου και στο βίντεο από το ναυάγιο της Λαμπεντούζα που δημοσίευσε πρόσφατα η εφημερίδα La Repubblica. Όμως αυτό επέμενε. Εμφανιζόταν όλη την ώρα στο φέισμπουκ, όπου όλο και κάποιος φίλος το κοινοποιούσε ή δήλωνε ότι του αρέσει. Επιπλέον, η ιταλική εφημερίδα το ανέβασε για καλό σκοπό: Για να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος σχετικά με την τραγωδία που εξελίσσεται στη Μεσόγειο.

Τα δημοφιλή βίντεο έχουν ενσωματωμένα διαφημιστικά σποτ. Εδώ, ένα ζευγάρι πρόκειται να ταξιδέψει με μια πάμφθηνη αεροπορική εταιρία. Το μετανιώνει όμως όταν βλέπει την άκομψη αεροσυνοδό, τον ζουρλό πιλότο, τα σωσίβια-ζωάκια… Χάζεψα το σποτάκι μέχρι να μου δοθεί η δυνατότητα να τον κλείσω και μετά άρχισαν να προβάλλονται οι λήψεις από τον βυθό, συνοδευόμενες από τον ήχο της αναπνοής του δύτη (προφανώς είχε μπει εκ των υστέρων, στο μοντάζ, για να δώσει έναν πιο δραματικό τόνο). Κάθε λίγο η εικόνα θολώνει. Ο θεατής όμως προλαβαίνει να δει κάποια σώματα ξαπλωμένα εδώ κι εκεί στο βυθισμένο σκάφος. Ένας άντρας και μια γυναίκα έχουν παραμείνει αγκαλιασμένοι. Πιο πέρα υπάρχει μια άλλη γυναίκα που μοιάζει να κρατάει κάτι. Ένα μωρό, ίσως.

Την ίδια στιγμή, ένα μπανεράκι στο κάτω μέρος του κάδρου, μας πληροφορεί ότι το τάδε σούπερ μάρκετ έχει τυρί γκούντα σε πολύ καλή τιμή. Προσπαθώ να το κλείσω, αλλά αστοχώ με αποτέλεσμα να πεταχτεί μπροστά μου η σελίδα του σούπερ μάρκετ. Πληροφορούμαι λοιπόν υπάρχουν και άλλα προϊόντα σε χαμηλή τιμή. Γιαούρτια, μακαρόνια, μωρουδιακές πάνες… Το μωρό της Λαμπεντούζα δεν θα χρειαστεί, βέβαια, πάνες. Το γεγονός αυτό όμως δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση να τις διαφημίζει.

Το βίντεο τελειώνει και ρίχνω μια ματιά στα σχόλια. «Για τους αθώους που θα σφάζανε όλοι αυτοί, κουβέντα», γράφει ένας παραπλανημένος. Ένας ευαισθητοποιημένος τον σκυλοβρίζει και το ξόδι ολοκληρώνεται με εκατέρωθεν υποσχέσεις για κρεμάλες.
Δεν είμαι από εκείνους που οικτίρουν διαρκώς την εποχή μας, νοσταλγώντας την παλιά καλή εποχή (ποια παλιά καλή εποχή;). Φοβάμαι όμως ότι όλη αυτή η εξοικείωση με την φρίκη, όλη αυτή η έλλειψη σεβασμού προς τις σκοτεινές πλευρές της ζωής, όλη αυτή η ευκολία με την οποία αντιμετωπίζουμε το καθετί, δεν θα μας βγει σε καλό. Έχοντας απολέσει προ πολλού το ασφαλές καταφύγιο που μας πρόσφεραν τα ήθη και οι παραδόσεις των μικρών περιχαρακωμένων μας κοινοτήτων, αδυνατούμε να βρούμε ένα αξιόπιστο, καινούριο. Περιφερόμαστε λοιπόν σαν χαμένοι, ακολουθώντας κάποιους εξίσου ή και περισσότερο μπερδεμένους ανθρώπους (τους αμόρφωτους διαφημιστές, τους Τριανταφυλλόπουλους, τους κοινούς σκατόψυχους κ.α.)

Στους υπολογιστές υπάρχει μια εντολή που σου επιτρέπει να επαναφέρεις τα αρχεία του συστήματος σ’ ένα παλαιότερο χρονικό σημείο, όταν όλα λειτουργούσαν κανονικά. Αναζητώντας ένα τέτοιο σημείο επαναφοράς που θα μπορούσε να χρησιμέψει στην πραγματική ζωή, πέφτω πάνω σ’ ένα παλιό ανάγνωσμα. Μιλάει για έναν άλλο χαμένο ταξιδιώτη, ο οποίος βρίσκει ένα απρόσμενο σωσίβιο και τα θαλάσσια ρεύματα τον οδηγούν εκεί που πρέπει:

«Ανεβασμένος πάνω στο φέρετρο εκείνο, έμεινα στον αφρό πλέοντας μια μέρα και μια νύχτα σχεδόν σε μια ήσυχη θάλασσα που έμοιαζε να μοιρολογούσε. Οι άβλαβοι καρχαρίες γλιστρούσαν δίπλα μου σα να είχαν λουκέτα στο στόμα τους. Οι άγριοι θαλασσαετοί πετούσαν με θήκες στα ράμφη. Τη δεύτερη μέρα ένα καράβι πλησίασε, ήρθε κοντά μου και με μάζεψε τελικά. Ήταν η Ραχήλ που αρμένιζε με εκείνα τα ζιγκ ζαγκ –παλινωδώντας καθώς έψαχνε για τα χαμένα παιδιά της…»

(Χ. Μέλβιλ, «Μόμπι Ντικ ή Η Φάλαινα», μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου)

 

Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 6/6/2014. H φωτογραφία είναι του Elliott Erwitt (1963)

Advertisements
30/09/2014

Η Αιμιλία και οι γλάροι της

Ένα παιδί αντιμέτωπο με τον κόσμο των ενηλίκων

Όπως τα περισσότερα «δεύτερα παιδιά», η Αιμιλία έμαθε να κάνει πολλά πράγματα χωρίς τη βοήθεια των γονιών της. Για παράδειγμα, στα τέσσερά της πήρε ένα μεσημέρι το παλιό ποδήλατο της αδελφής της και το απόγευμα, με τα γόνατα γδαρμένα από τις δεκάδες τούμπες, έκανε καμαρωτή ποδήλατο στο στενάκι αφήνοντας τους πάντες με ανοιχτό το στόμα. Λίγους μήνες αργότερα έμαθε από την αδελφή της την αλφαβήτα. Σύντομα ήταν σε θέση να συντάσσει κάποια ανορθόγραφα κατεβατά που, όμως, αν κατάφερνες να τα αποκρυπτογραφήσεις, έβγαζαν νόημα: «…ο φιλος μου ο αρις μένι εδό πιο πανο. Ινε αγορι αλα πέζουμε πολι ορεα μαζί κε γελαμε ολι τιν ορα κε έχι μαβρα μαλιά».

021712-Alice-Post1

Η Αιμιλία πηγαίνει πια στην πρώτη δημοτικού και μαθαίνει ορθογραφία. Μαθαίνει πότε βάζουμε γιώτα, πότε ήτα και πότε ύψιλον, μαθαίνει τους διφθόγγους και τις συλλαβές, τη διαφορά του όμικρον από το ωμέγα… Όμως, είτε επειδή ξεκίνησε στραβά είτε για κάποιον άλλο λόγο, τα έχει βρει σκούρα. Αρχικά έγραφε όπως της ερχόταν στο κεφάλι. Έπειτα, ανέπτυξε μια θεωρία σύμφωνα με την οποία οι σημαντικές λέξεις γράφονται με πιο επίσημο τρόπο. Ας πούμε την λέξη παίζω την έγραφε σωστά (το άλφα γιώτα και το ωμέγα είναι αρκετά μεγαλόπρεπα για μια τόσο ωραία λέξη). Η λέξη τρώω όμως δεν δικαιούταν ωμέγα – δύο όμικρον και πολύ της έπεφταν. Όσο για το κοιμάμαι, με ποιο δικαίωμα μια τόσο βαρετή λέξη ήθελε και όμικρον γιώτα και άλφα γιώτα; Μην τρελαθούμε τώρα!

Κάποια στιγμή η δασκάλα της την έβγαλε από την πλάνη της, οπότε η Αιμιλία ανακάλυψε νέα θεωρία: Το ωμέγα μοιάζει με γλάρο που πετάει, άρα ταιριάζει με όλες τις σχετικές λέξεις: Πετάω, φτερώ, πούπουλω… Αντίθετα, λέξεις όπως το κυλάω και το μασάω, γράφονται αυστηρά με όμικρον, αφού το γράμμα αυτό μοιάζει με ρόδα ή, αν πεινάς, με κουλούρι. Αντίστοιχα, η λέξη μυρμήγκι γράφεται με τρία η, τα οποία σε συνδυασμό με τα μ δίνουν την εικόνα μιας γραμμής από μυρμήγκια που έχουν βγει για να μαζέψουν ψίχουλα, ενώ στην λέξη καμηλοπάρδαλη πρέπει κανείς να βάζει όσο περισσότερα λ μπορεί – είναι άλλωστε ολοφάνερο ότι το γράμμα αυτό έχει φτιαχτεί για το συγκεκριμένο ζώο.

Δυστυχώς ούτε αυτή η θεωρία άρεσε στη δασκάλα της. Οι δε γονείς της (εμείς δηλαδή) τη στρίμωξαν για τα καλά. Την έβαζαν κάθε βράδυ να γράφει και να ξαναγράφει την ορθογραφία, τη ρωτούσαν στο άσχετο πώς γράφεται μια λέξη και γενικά δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί. Με τα πολλά η Αιμιλία άφησε πίσω της μυρμήγκια και καμηλοπαρδάλεις και άρχισε να ακολουθεί την επίσημη ορθογραφία. Το τετράδιό της έπαψε να είναι γεμάτο με κοκκινίλες και όλα έβαιναν κατ’ ευχήν.

Προχτές, η Αιμιλία βγήκε χοροπηδώντας από το σχολείο. Είχαν γράψει την πρώτη τους έκθεση –μια ολόκληρη σελίδα– και δεν έβλεπε την ώρα να μας τη δείξει. Θέμα: Ο εαυτός μου. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα: «…Μου αρέσι πολί να κάνο πατείνοια, να κάνο ακρωβατηκά, να ζογραφίζω και να χωρεύω. Γενεικά μου αρέσουν πολά πράματα, αλά δεν μου αρέσι η ψαρώσουπα».

Πίσω από τους επαίνους και τους διθυράμβους μας διέκρινε ένα επικριτικό ύφος. «Ξέρω ότι έχει πολλά λάθη», είπε κάπως τσαντισμένη. «Όμως ήταν η πρώτη μου έκθεση και ήθελα να την ευχαριστηθώ».

Το απόγευμα όταν τελείωσε τα υπόλοιπα μαθήματά της, διορθώσαμε μαζί λέξη προς λέξη ολόκληρη την έκθεση. Μόνο την ψαρόσουπα δεν πειράξαμε. Την αφήσαμε με ωμέγα, αφού είναι γνωστό ότι οι γλάροι αγαπούν ιδιαίτερα αυτό το πιάτο.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 28/2/2014)

30/09/2014

Ο Αντουάν ονειρεύεται τον ωκεανό

Κανένα εξώφυλλο, όσο όμορφο και αν είναι, δεν μπορεί να εξασφαλίσει στον αναγνώστη ότι θα απολαύσει και το βιβλίο. Το ίδιο συμβαίνει με την πρωτοχρονιά. Όσο και αν το γλεντήσαμε, όσο ωραία και αν περάσαμε, δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι θα μας πάει καλά ο χρόνος. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Πρόσφατα, πέτυχα σε ένα περιοδικό μια φωτογραφία, τραβηγμένη στο Παρίσι την πρωτοχρονιά του 1914. Έδειχνε μια μεγάλη παρέα νέων ανδρών που σήκωναν τα ποτήρια τους προς τον φωτογράφο. Έμοιαζαν πολύ χαρούμενοι και γεμάτοι προσμονή για το μέλλον. Λίγους μήνες μετά ξεκίνησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και οι αισιόδοξοι νεαροί της φωτογραφίας βρέθηκαν στη λάσπη των χαρακωμάτων.

Truffauts-The-400-Blows1

Η ζωή λοιπόν είναι απρόβλεπτη –και για το καλό και για το κακό. Επίσης, είναι κάπως μικρή και ο χρόνος συχνά μοιάζει να τρέχει πιο γρήγορα και από τον Γιουσέιν Μπολτ. Όταν ήμουν παιδί οι εφημερίδες έκαναν εκτενή αφιερώματα για το πώς θα είναι η ζωή μας το μακρινό 2000. Τώρα έχουμε φτάσει στο 2014 και συχνά αναρωτιέμαι αν αυτό συνέβη εν αγνοία μου. Παράλληλα τρέχουμε και εμείς. Άλλοτε επιτοπίως σαν τα χάμστερ στην πλαστική ρόδα, άλλοτε σε ατέλειωτους κύκλους σαν τους δρομείς μέσα στα κουλουάρ και άλλοτε ευθεία μπροστά σαν τους μαραθωνοδρόμους. (Κάποιες φορές μάλιστα τρέχουμε και προς τα πίσω λες και κάποιος έχει πατήσει το rewind στο τηλεκοντρόλ).

Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, η ζωή είναι και δύσκολη, ενώ πολλές φορές (έκπληξη!) μπορεί να γίνει ακόμη και θλιβερή. Αυτό οι περισσότεροι δεν το γνωρίζαμε από την αρχή. Μας το είχαν αποκρύψει ή μας το έλεγαν συγκαλυμμένα, με υπονοούμενα στα οποία εμείς προτιμούσαμε να μην δίνουμε σημασία. Στην πορεία, πάντως, θέλοντας και μη το συνειδητοποιήσαμε –άλλοι με τον εύκολο και άλλοι με τον δύσκολο τρόπο. Όταν το αποδεχτήκαμε, τα πράγματα έγιναν σαφώς καλύτερα. Άλλωστε, η σχετική σπανιότητα με την οποία εμφανίζονται μπροστά μας οι πραγματικά ευτυχισμένες στιγμές, τους δίνει μια αξία που δεν θα την είχαν αν ήταν στα πόδια μας σε κάθε βήμα.

Τέλος, η ζωή είναι και παράξενη. Μάλιστα, αυτή της η παραξενιά κρύβεται στα πιο συνηθισμένα πράγματα. Οι καθημερινές τελετουργίες, οι ανούσιες συνήθειες, οι προκατασκευασμένες κουβέντες, οι επινοημένες ανάγκες… Όλο αυτό το παράδοξο οπλοστάσιο που πάνω του βασιζόμαστε για να την βγάζουμε καθαρή, εκτός που αντιβαίνει στην φύση μας, καταφέρνει να μας στερήσει και κάποιες από τις, λίγες έτσι κι αλλιώς, ευτυχισμένες στιγμές.

???

Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος τι προσπαθεί να πει αυτό το κάπως μεθυσμένο, ελαφρώς ασυνάρτητο και σίγουρα επηρεασμένο από το πνεύμα των ημερών, κείμενο. Ίσως το προφανές: ότι αυτή η μικρή, απρόβλεπτη, παράξενη και δύσκολη ζωή, είναι η μόνη που έχουμε. Και για αυτό είναι κρίμα να την ξοδεύουμε τρέχοντας επιτόπου σαν τα αιχμάλωτα χάμστερ ή προς τα πίσω σαν τους κωμικούς του βουβού κινηματογράφου.

Καλύτερα να τρέχουμε με τον τρόπο του Αντουάν Ντουανέλ, του ήρωα στα «400 χτυπήματα» του Τριφό. Ο Αντουάν ονειρεύεται να δει κάποτε τον ωκεανό. Η ζωή όμως του επιφυλάσσει πολλές δυσκολίες, πολλά χτυπήματα. Στο τέλος της ταινίας θα αποδράσει από ένα αναμορφωτήριο, θα φτάσει τρέχοντας σε μια μεγάλη αμμουδιά και σύντομα τα πόδια του θα πλατσουρίζουν στα νερά του ωκεανού. Το μέλλον του εξακολουθεί να είναι αβέβαιο και σκοτεινό. Όμως, το όνειρό του έχει γίνει πραγματικότητα. Τίποτα παραπάνω δεν χρειάζεται να ειπωθεί. Για αυτό, ο Αντουάν απλά θα γυρίσει και θα μας κοιτάξει στα μάτια.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 3/1/2014)

30/09/2014

Νότια των Άλπεων – Ανατολικά της Λευκάδας

Οι σύγχρονοι σκλάβοι και το τίμημα της ανημποριάς μας 

Στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, ο ήρωας βρίσκεται κάποια στιγμή στη μέση μιας χιονοθύελλας στις πλαγιές των Άλπεων. Εκεί, νιώθει στο πετσί του την «τυφλή, αδαή και αδιάφορη» δύναμη της φύσης, που μπορεί να τον εξαφανίσει μέσα σε μια στιγμή, χωρίς κανείς να μάθει τίποτα για αυτό. Πριν από λίγες μέρες, στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας απέναντι από την Λευκάδα, μια παρόμοια δύναμη κατάπιε δώδεκα ανθρώπους.

shipwreck1

Οι άνθρωποι αυτοί είχαν καταβάλλει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και είχαν επιβιβαστεί κρυφά σε ένα κλεμμένο σκάφος που θα τους πήγαινε στα ανοιχτά του Ιονίου. Εκεί θα τους περίμενε ένα πλοίο για να τους μεταφέρει, επίσης κρυφά, στην Ιταλία ή κάπου αλλού. Το μικρό σκάφος βαρυφορτώθηκε και ανατράπηκε. Ήταν νύχτα, πολλοί από τους επιβάτες δεν ήξεραν κολύμπι, κάποιοι εγκλωβίστηκαν στο αναποδογυρισμένο σκαρί. Στην ιστορία εμπλέκονται και δύο ομάδες αδελφών: Τέσσερα μικρά αδέλφια από την Συρία ανασύρθηκαν νεκρά μαζί με τον πατέρα τους ενώ τρία μεγαλύτερα αδέλφια, κάτοικοι Αιτωλοακαρνανίας, κατηγορούνται ότι ήταν οι διακινητές, με συνεργούς μια συντοπίτισσά τους, έναν Παλαιστίνιο και έναν Αιγύπτιο.

Πολλοί θεωρούν πως ο όρος «σύγχρονο δουλεμπόριο» είναι υπερβολικός. Κανείς δεν αλυσόδεσε τους ανθρώπους αυτούς ή τους έσυρε με την βία στα μέρη μας. Οικειοθελώς έρχονται. Κάποιοι πολιτικοί στοχαστές όμως υποστηρίζουν ότι πράγματι, όλο αυτό είναι μια μορφή δουλεμπορίου. Με τη διαφορά ότι στις μέρες μας οι σκλάβοι πληρώνουν οι ίδιοι τα μεταφορικά τους και ότι, μέχρι το σύστημα να σταθεροποιηθεί, η προσφορά θα ξεπερνά τη ζήτηση.

Κατά τα άλλα, το οικονομικό σύστημα που έχει κυριαρχήσει έχει αρκετές ομοιότητες με το δουλοκτητικό. Απαιτεί εργάτες που θα κοστίζουν φτηνά, θα είναι εξαρτημένοι από τα αφεντικά τους και θα είναι αναλώσιμοι. Που θα ζουν σε άθλιες συνθήκες και δεν θα έχουν πολλές εναλλακτικές λύσεις. Που θα αποτελούν το μαξιλάρι για να ξεσπά πάνω τους η οργή των φτωχών -μέχρι οι φτωχοί να καταντήσουν και εκείνοι σκλάβοι. Που θα απογυμνώνονται από την ανθρώπινη ιδιότητά τους –«υπανθρώπους» τους είχε χαρακτηρίσει μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο η κ. Ζαρούλια. Που οι πλεονάζοντες από αυτούς θα καταλήγουν σε περιφραγμένα στρατόπεδα ή θα στέλνονται πάλι πίσω στις χώρες τους, ώστε να βρουν τον τρόπο και τα χρήματα να προσπαθήσουν ξανά. Ανθρώπους, τέλος, που ο θάνατός τους δεν θα προκαλέσει παρά το μίνιμουμ της συγκίνησης.

Η αλήθεια είναι ότι η τραγωδία στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας δεν μας συγκίνησε ιδιαίτερα. Δεν είχαμε και τον χρόνο. Εκείνες τις μέρες στη δημόσια συζήτηση κυριαρχούσαν κάποια άλλα, σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά, θέματα: μια σεξιστική γελοιογραφία, μια φλύαρη προκήρυξη, τα γκολ του Μήτρογλου, κάτι μπογιατισμένες σκάλες στο Κολωνάκι… Ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν προέβη σε κάποια δήλωση και ο αρμόδιος υπουργός είχε άλλες σκοτούρες. Ορισμένα δελτία ειδήσεων έπαιξαν το θέμα τέταρτο ή πέμπτο στη σειρά –πάντως πριν από τα καλλιτεχνικά και την δραστηριότητα της κ. Μαριάννας Βαρδινογιάννη. Μερικές εφημερίδες αφιέρωσαν ένα μονοστηλάκι στην πρώτη σελίδα. Οι υπόλοιπες προτίμησαν να το κρύψουν πιο μέσα.

Αν δεν υπήρχε η πιασάρικη παράμετρος με τα τέσσερα πνιγμένα αδέλφια, πιθανόν να μην έγραφαν και τίποτα. Κάποτε, οι διευθυντές σύνταξης έλεγαν «Βάλε το Κυπριακό στην πρώτη σελίδα και δεν θα πουλήσεις φύλλο». Τώρα, το Κυπριακό έχει παραχωρήσει τη θέση του στους πνιγμούς των μεταναστών. Δεν θέλουμε να τους μαθαίνουμε και οι εφημερίδες υπακούουν στη θέλησή μας. Πνιγείτε ελεύθερα, λέμε, μονάχα αν γίνεται να μην το πάρουμε πρέφα.

Θα πει κάποιος «και τι να κάνουμε; Πώς μπορούμε εμείς να αποτρέψουμε κάτι τέτοιο;». Ειλικρινά δεν ξέρω τι να απαντήσω. Όσοι έχουν εύκολες απαντήσεις για ένα τόσο μαζικό και πολύπλοκο πρόβλημα, μου φαίνονται είτε αφελείς είτε χυδαίοι. Οι μεν εκφράζουν κάποιες λογικές προτάσεις γαρνιρισμένες με ευχολόγια («Να καταργηθεί το Δουβλίνο 2 και να σταματήσουν οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή»). Οι δε απλά εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη (η περίπτωση της ακροδεξιάς).

Στο μεταξύ, οι άνθρωποι αυτοί συνεχίζουν να καταφτάνουν πάνω σε σάπιες βάρκες, να εγκλωβίζονται εδώ ή να το σκάνε από ερημικές ακτές, αντιμετωπίζοντας τα τυφλά, αδαή στοιχεία της φύσης αλλά και την αδιαφορία μας. Ίσως τελικά, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι αυτό: όταν συμβαίνει το κακό να μην παριστάνουμε ότι δεν το μάθαμε. Να μην γυρνάμε από την άλλη μεριά, αλλά να το αντικρίζουμε κατάματα. Είναι το ελάχιστο τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για την ανημποριά μας. Ίσως αυτό να είναι μια αρχή.

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 23/11/2013)

30/09/2014

Πώς (δεν) με απήγαγαν οι Τσιγγάνοι

Ιστορίες ρατσισμού και μαζικής παραφροσύνης

(Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 22/10/2013) 

Τη χρονιά που έκλεινα τα εννιά, εκεί γύρω στα Χριστούγεννα, τα Πατήσια ζούσαν μέσα στον φόβο. Αιτία ήταν μια μυστηριώδης μαύρη λιμουζίνα που εμφανιζόταν ξαφνικά στον δρόμο την ώρα που σχολούσαν τα παιδιά. Σ’ αυτήν επέβαιναν τέσσερα ή πέντε άτομα, ανάμεσά τους και μια γυναίκα. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν Τσιγγάνοι. Κάποιοι όμως επέμεναν ότι επρόκειτο για Αμερικάνους.

kids in car Norton

Ό,τι και αν ήταν, έκλεβαν παιδιά. Μόλις εντόπιζαν ένα να βαδίζει μόνο του, φρέναραν απότομα δίπλα του, άνοιγαν τις πόρτες και… Από εκείνη τη στιγμή, το άτυχο παιδί μπορούσε να θεωρηθεί εξαφανισμένο. Στο σχολείο όλοι γνωρίζαμε κάποιον που είχε χαθεί έτσι. Και αν δεν τον γνωρίζαμε προσωπικά, ξέραμε κάποιον που τον ήξερε – ή είχε ακούσει για αυτόν.

Ένα απόγευμα, καθώς γυρνούσα από το σχολείο μαζί με τον φίλο μου τον Δημήτρη, συναντήσαμε το εν λόγω αυτοκίνητο. Δεν ήταν βέβαια μαύρο, αλλά γκρι και οι επιβάτες του δεν ήταν πέντε αλλά δύο. Τέλος, τα άτομα αυτά μιλούσαν ελληνικά και μάλιστα δίχως τσιγγάνικη προφορά. Κατά τα άλλα, τα πράγματα έγιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα: Το αυτοκίνητο φρέναρε δίπλα μας, η μία πόρτα –ή μήπως ήταν το παράθυρο;– άνοιξε και μια γυναίκα ακούστηκε να λέει: «Παιδιά, ελάτε εδώ να σας ρωτήσω κάτι!». Δεν ήμασταν κορόιδα να καθίσουμε να μας απαγάγουν. Το βάλαμε στα πόδια, στρίψαμε στα στενά και σωθήκαμε. Για όλη την εβδομάδα ήμασταν οι ήρωες του σχολείου. Μόνο εκείνος ο αντιπαθητικός ο Στάθης δεν μας πίστευε, αλλά εντάξει, αυτός το έπαιζε πάντα εξυπνάκιας.

Τα χρόνια πέρασαν φέρνοντας μαζί τους συνταρακτικές αλλαγές. Για παράδειγμα είμαι πια γονιός – η μεγάλη μου κόρη είναι περίπου όσο ήμουν εγώ τη χρονιά που συνάντησα τη μαύρη λιμουζίνα. Υπάρχουν όμως και πράγματα που παραμένουν ίδια. Ένα τέτοιο είναι οι απαγωγές παιδιών. Μετά από την είδηση για το ξανθό κοριτσάκι που βρέθηκε στον καταυλισμό των Φαρσάλων, το ζήτημα έχει αναζωπυρωθεί για τα καλά. Σ’ αυτό συμβάλλουν και τα δελτία ειδήσεων που, πιστά στην πάγια τακτική τους, μπερδεύουν εντέχνως ανόμοια πράγματα (στη συγκεκριμένη περίπτωση τις απαγωγές μα τις παράνομες υιοθεσίες, τις αγοραπωλησίες βρεφών με τα πλαστά πιστοποιητικά κτλ).

Προχτές, στην πλατεία, κρυφάκουσα τη συζήτηση κάποιων μαμάδων. Το καλοκαίρι, λέει, είχαν βρει στο Μενίδι τα πτώματα δύο παιδιών. Από το ένα έλειπαν τα μάτια, από το άλλο τα νεφρά. Πάνω τους οι απαγωγείς είχαν καρφιτσώσει σημειώματα όπως: «Ας το πρόσεχες περισσότερο» ή «Ευχαριστούμε για τη μεταμόσχευση». Μια κυρία από την παρέα απόρησε. Πώς και δεν είχε ακούσει τίποτα στις ειδήσεις; Οι άλλες την κοίταξαν με περιφρόνηση. «Σιγά μην το έλεγαν οι ειδήσεις» της είπε μια. «Υπάρχουν συμφέροντα, καημένη!», την αποπήρε ένας κύριος από το διπλανό παγκάκι. Γενικά ακούστηκαν πολλές απόψεις. Όλοι όμως συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: οι απαγωγείς ήταν «Γύφτοι» (οι Αμερικάνοι φαίνεται ότι έχουν αποσυρθεί από το επάγγελμα.)

Επιστρέφοντας στο σπίτι γκούγκλαρα τις λέξεις «απαγωγές παιδιών». Πρώτη πρώτη βγήκε η «είδηση» με τα παιδιά στο Μενίδι – μαζί βέβαια με τη διάψευσή της από την αστυνομία. Υπήρχαν όμως και πολλές παρόμοιες περιπτώσεις. Με συγκίνηση είδα ότι η μαύρη λιμουζίνα των παιδικών μου χρόνων εξακολουθεί να κυκλοφορεί στη χώρα μας και να κλέβει παιδιά.

Ανακάλυψα ακόμη ότι οι «απαγωγές παιδιών» δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Μάλιστα, κάθε χώρα έχει τους δικούς της απαγωγείς. Στην Αλάσκα, για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, Ρώσοι μαφιόζοι τριγυρνούσαν μέσα στο κρύο και έκλεβαν παιδιά. Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν Εσθονοί πωλητές βιβλίων – αυτό όμως δεν έκανε τους Ρώσους περισσότερο συμπαθείς στους κατοίκους της Αλάσκας.

Στη Σιγκαπούρη πάλι δραστηριοποιούνται Κινέζοι, ενώ στη Γουινέα Μπισάου Νιγηριανοί. Τρεις από αυτούς ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου πριν από λίγες ημέρες, όταν εξαφανίστηκε ένα κοριτσάκι. Οι Τσιγγάνοι αποτελούν σταθερή αξία και «δρουν» κυρίως στην Ιταλία, τη Ρουμανία, τη Γαλλία αλλά και σε αρκετές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες.

Ο ψυχισμός του γονιού είναι μια πολύ πονεμένη ιστορία. Παρότι λοιπόν κορόιδευα όλα τα παραπάνω, την επόμενη μέρα έπιασα τον εαυτό μου να συμπεριφέρεται παράξενα. Όταν η κόρη μου πήγε να αγοράσει ψωμί, την περίμενα στο μπαλκόνι με την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως. Και όταν ένας παλιατζής πέρασε με το αυτοκίνητό του από το δρόμο, έριξα μια διακριτική ματιά στην καρότσα. Ευτυχώς, το παιδί μου δεν ήταν εκεί.

Για να μην καταντήσω υστερικός, κατέφυγα στους ειδικούς. Η αστυνομία, λοιπόν, αλλά και οργανώσεις όπως το Χαμόγελο του Παιδιού, επιμένουν  ότι στην Ελλάδα τουλάχιστον οι όποιες εξαφανίσεις παιδιών «αφορούν αρπαγές από τον πατέρα ή τη μητέρα λόγω διαφωνίας ως προς τη γονική μέριμνα. …Στο αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις απαγωγών ανηλίκων, είτε για λύτρα, είτε για σεξουαλική εκμετάλλευση, είτε για εμπορία οργάνων».

Κοινώς, όσο και αν αγαπάμε τα παιδιά μας και τρέμουμε να μην πάθουν τίποτα, οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε με ωριμότητα. Να μη διασπείρουμε ανόητες φήμες, να μη στοχοποιούμε άδικα τους συνανθρώπους μας και να μη ραντίζουμε με φόβο τα βλαστάρια μας.

Άλλωστε, ας σκεφτούμε λογικά: Εκεί που έχουν φτάσει τα τέλη κυκλοφορίας και η βενζίνη, ποιος τρελός θα τριγυρνούσε στους δρόμους με μια μαύρη λιμουζίνα;

30/09/2014

Ο Παύλος δεν χαμογελούσε

Πρωί Πέμπτης, στο νεκροταφείο του Σχιστού

Από το πρωί στο φέισμπουκ, διάφοροι φίλοι μου τσακώνονταν μεταξύ τους. Εσείς φταίτε, έγραφαν οι μεν. Όχι εσείς φταίτε, απαντούσαν οι άλλοι.

Ένιωσα την ανάγκη να παραστώ στην κηδεία του Παύλου Φύσσα.

Έφτασα έντεκα παρά. Άφησα το μηχανάκι κάτω, στη Σχιστού-Σκαραμαγκά, και ανηφόρισα καμιά πεντακοσαριά μέτρα με τα πόδια, προς το νεκροταφείο. Στα δεξιά του δρόμου μαγαζάκια που αναλαμβάνουν το άναμμα καντηλιών έναντι 20 ευρώ το μήνα. Στις βιτρίνες πήλινοι Χριστούληδες με ανοιγμένα τα χέρια και αγγελάκια με γερμένο το κεφάλι. Μπροστά, μια πανύψηλη τσιμεντένια πύλη και πάνω της μια πινακίδα υπενθυμίζει στον κόσμο να μην αφήνει τσάντες στα αυτοκίνητα. «Σε περίπτωση κλοπής, ουδεμία ευθύνη φέρουμε» προειδοποιεί.

jugar

Ο κόσμος είναι πολύς. Λιγότερος από όσο περίμενα, αλλά πολύς. Οι περισσότεροι νέοι. Περιμένουμε αμίλητοι έξω από τη αφύσικα μεγάλη εκκλησία. Νιώθω παράξενα. Τον Παύλο Φύσσα δεν τον είχα καν ακουστά όσο ζούσε. Τον ρώτησε κανείς αυτόν τον άνθρωπο αν ήθελε να γίνει σύμβολο;

Η τελετή τελειώνει και ακολουθούμε σιωπηλοί το λευκό φέρετρο. Κάποιοι πίσω αρχίζουν τα συνθήματα για τις κρεμάλες που έρχονται και για το αίμα που κυλάει…«Όχι τέτοια!» φωνάζει σθεναρά μια κοπέλα. «Τραγούδια μόνο!».

Τα συνθήματα κόβονται με το μαχαίρι. Οι φίλοι αρχίζουν να τραγουδούν τους στίχους του. Προχωράμε προς την άκρη του βράχου μέσα στον ανελέητο ήλιο. Δεξιά και αριστερά φτωχικά μνήματα, σφηνωμένα στην ξεραΐλα. Δέντρα ούτε για δείγμα. Οι πιο ακριβοί τάφοι είναι κλεισμένοι σε ένα περίβλημα από νάιλον. Μερικοί έχουν από πάνω μια απλή τέντα, να ρίχνει λίγη σκιά. Το Σχιστό μοιάζει να απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από το Α΄ νεκροταφείο…

Η πομπή σταματάει. Χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί λίγα μέτρα μακριά από το ανοιχτό φέρετρο. Ανάμεσα από τα σώματα των συγγενών διακρίνω το πρόσωπο του νεκρού. Η μορφή του, ακόμα κι έτσι, αποπνέει μια απίστευτη δύναμη.

«Να εύχεσαι να μη χαμογελάει ο πεθαμένος» μου είχε πει μια γριά, πριν χρόνια, σε μια άλλη κηδεία. «Αλλιώς θα πάρει κι άλλους μαζί του».

Ο Παύλος δεν χαμογελάει.

Κάποιοι ξεκινούν τα συνθήματα («Ένας στο χώμα χιλιάδες στον αγώνα»), αλλά οι φίλοι τους σταματούν και πάλι. Πάνω από τον τάφο ακούγονται μόνο τραγούδια και χειροκροτήματα.

Λίγο αργότερα γίνομαι μάρτυρας μια συγκλονιστικής σκηνής. Πρωταγωνιστής ένας από τους φίλους του νεκρού. Λυγίζει συντετριμμένος μπροστά σε μια γυναίκα.

«Να τραγουδάς παιδί μου» τον συμβουλεύει, μέσα στον αβάσταχτο πόνο της, εκείνη.

Φεύγω εντυπωσιασμένος από το ήθος και την ήρεμη δύναμη των συγγενών και των φίλων. Στα μάτια μου, τόσο ο άνθρωπός τους όσο και αυτοί οι ίδιοι έχουν γίνει ήδη σύμβολα.

Επιστρέφοντας περνώ κάτω από μια τοπική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Σ’ ένα τέτοιο γραφείο ερχόταν ο δολοφόνος για να εισπράττει το χαρτζιλίκι του. Στο μπαλκόνι έχουν κρεμάσει, ξεδιάντροπα, δύο υπερμεγέθεις ελληνικές σημαίες.

Ο Παύλος δεν χαμογελούσε. Όμως, εδώ που φτάσαμε, πρέπει να προσπαθήσουμε πολύ για να μη χυθεί κι άλλο αίμα.

(Πρώτη δημοσίευση,  Athens Voice 20/9/2013)